Πέμπτη 7 Ιουλίου 2016

ΒΟΓΑΤΣΙΚΟ- ΜΕΡΕΣ ΚΑΤΑΣΚΗΝΩΣΗΣ

 Προετοιμασία γεύματος στην κατασκήνωση. Από αριστερά:               Ο κύριος Κώστας Τζηκαλάγιας δούλεψε                            
 Κων. Τζηκαλάγιας, Ζωή Βαϊνά, Αναστασία Καραδήμου,                      στις κατασκηνώσεις Βογατσικού ως μάγειρας                 
Αναστασία Καπαχτσή, Χρυσούλα Κανοπούλου.                                     για 20 χρόνια, σιτίζοντας σε κάθε περίοδο                         
                                                                                                                        γύρω στα 320 άτομα.
Οι παιδικές κατασκηνώσεις Βογατσικού ήταν απ’ τις καλύτερες και λειτουργούσαν τα καλοκαίρια για δύο περιόδους, από ένα εικοσαήμερο η κάθε μία. Συνδύαζαν έναν άνετο χώρο, δροσερό κλίμα και ένα όμορφο ορεινό τοπίο με πολλά δέντρα.
«Μπουμ τσίκα μπουμ, μπουμ τσίκα μπουμ, αρά, αρά, αρά. Βίρα και καρέτα μπουμ, μπουμ, μπουμ. Ζήτω η Γ΄ Κοινότης Βορείου Ηπείρου παιδιά».
Μ’ αυτό το σύνθημα ξεκινούσε το εγερτήριό μας κάθε πρωί και με τις ιαχές μας θυμίζαμε περισσότερο άτακτους μικρούς ινδιάνους παρά ευγενικά και καλοαναθρεμμένα παιδιά.
Θυμάμαι ακόμα τα τσίγκινα σερβίτσια και το πρωινό μας με σοκολατούχο γάλα, βούτυρο και μαρμελάδα. Το γεύμα σερβίρονταν στις 12 η ώρα και το απόγευμα είχε ρυζόγαλο ή κρέμα. Τις Κυριακές και τις επίσημες υπήρχε κέικ με σταφίδες ή κοκ. Ήταν τα γλυκά που αντιπαθούσα και όταν θύμωνα τα εκσφενδόνιζα όπου έβρισκα.
Σε κάποιο δέντρο, υπήρχε ένα καμπανάκι. Αυτό ήταν το ξυπνητήρι μας. Πλενόμασταν στους τσιμεντένιους νιπτήρες, αφού βέβαια πρώτα στρώναμε με προσοχή τα κρεβάτια μας. Είχαμε πειθαρχία στρατιωτών. Μία φορά τη βδομάδα ο «αρχηγός» επέβλεπε την καθαριότητα και την τάξη σε κάθε κοιτώνα. Οι δύσκολες ώρες ήταν μετά το μεσημεριανό, που έπρεπε αναγκαστικά να κοιμηθούμε ή τουλάχιστον να καθόμαστε ήσυχα στα κρεβάτια μας.
Οι χώροι της κατασκήνωσης ήταν, η μεγάλη τραπεζαρία, το μαγειρείο, το αναρρωτήριο, το «αρχηγείο» και οι κοιτώνες. Στο πίσω μέρος της τραπεζαρίας υπήρχαν πολλά πεύκα, όπως και στον υπόλοιπο χώρο και μονόζυγα, δίζυγα, κούνιες.
Τις πρωινές ώρες καθόμασταν κάτω απ’ τα δέντρα και λέγαμε ποιήματα, ανέκδοτα, αγγλικά τραγούδια και ακούγαμε τον Δάκη να τραγουδάει από ένα μικρό τρανζίστορ το «μια σου λέξη». 

Παρακολουθούσαμε την πληθωρική μαγείρισσα να καθαρίζει τεράστιες ποσότητες από πατάτες και λαχανικά για το μεσημεριανό γεύμα και περιδιαβαίναμε ξέγνοιαστες,  χτυπώντας τις πλαστικές μας παντόφλες στο τσιμεντένιο δρομάκι. Φτιάχναμε κολιέ από πευκοβελόνες και μετά μας έπιανε αλλεργία. Μέχρι και έναν ολόκληρο γάμο είχαμε καταστρώσει μεταξύ δύο κοριτσιών. Τον ετοιμάζαμε μια βδομάδα, κι όταν η νύφη εμφανίστηκε περιχαρής από το μαγειρείο, κάτω από ένα σύννεφο ρυζιού, ξεπρόβαλε το μπλε αυτοκίνητο του κυρίου επιθεωρητή. Από κει και μετά ακολούθησε ένας πανικός: Να σκουπίζουμε τα ρύζια, να συμμαζέψουμε τα κρεβάτια μας, να κρύψω τις «Μανίνες» και τις «Κατερίνες» από το παράθυρο- σκέτη καταστροφή!
Ο κ. Καραδήμος τις Κυριακές έφερνε σε κουτάκια μαστίχες, καραμέλες και σοκολάτες  που τις αγοράζαμε από το μικρό χαρτζιλίκι που είχαμε απ’ το σπίτι κι όταν τύχαινε να χάσουμε κάνα κατοστάρικο κλαίγαμε με μαύρο δάκρυ
Περνούσαμε καλά, αλλά υπήρχε και μια ομάδα δυσαρεστημένων, οι οποίοι δεν άντεχαν ούτε τρεις μέρες και παρακαλούσαν τις μαμάδες τους να ‘ρθουν να τους πάρουν. Οι πιο δραστήριοι κατάστρωναν σχέδιο απόδρασης. Έτσι λοιπόν μετά το μεσημεριανό φαγητό, κλεφτά, φεύγανε απ’ τον  ‘Αι  Νικόλα και τα χωράφια, κι αφού κάνανε τον κύκλο του χωριού έφταναν στα σπίτια τους.


Σε όλη τη διάρκεια που γράφω αυτές τις γραμμές έχω ένα μόνιμο χαμόγελο. Η κατασκήνωση είναι μια αξέχαστη και χρήσιμη εμπειρία για κάθε παιδί. Και αυτή τη στιγμή νιώθω  όπως τότε, είκοσι χρόνια πριν, τη χαρά, τους φόβους, την περιέργεια, την ανασφάλεια ενός παιδιού οκτώ χρονών.

Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στην εφημερίδα Το Βογατσικό, τεύχος αρ. 91- 92, Ιούνιος- Οκτώβριος 1994.
Οι φωτογραφίες είναι από το ημερολόγιο του Συνδέσμου Βογατσιωτών Θεσ/νίκης "Ο ΑΓΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ", 2011.

Δευτέρα 30 Μαΐου 2016

"Η Φωτογραφία"- του Νώντα Τσίγκα

Μνήμη του παππού μου Γεωργίου Κ. Σαββαρίκα

(…) Είναι βαρύ και δύσκολο, δε μου φτάνουν οι ζωντανοί
πρώτα γιατί δε μιλούν, κι ύστερα
γιατί πρώτα πρέπει να ρωτήσω τους νεκρούς
για να μπορέσω να προχωρήσω παρακάτω.
 Γιώργος Σεφέρης, Ο Στράτης Θαλασσινός ανάμεσα στους Αγάπανθους.

Κοιτάζω μια φωτογραφία. Οικογενειακή. Πολυκαιρισμένη. Ξεκουράζεται μέσα στην επίχρυση κακοπαθημένη της κορνίζα πάνω στο ξύλινο ερμάρι του τζακιού. Πάντα εκεί την έβλεπα από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου μέσα σ΄ αυτό το σπίτι.
Και τα γυαλιά της γιαγιάς με θαμπά τζάμια αφημένα πάνω στην μικρή Ιερά Σύνοψη. Άχρηστα πια. Αλλά σαν θύμηση των ματιών της αφού έχει εγκαταλείψει από καιρό. Εξακολουθεί όμως ακόμα να μου μιλά από το σκοτεινό της υποβολείο. Να μου ξαναθυμίζει και να ξεδιαλύνει τυχόν ασάφειες στην ταυτοποίηση των προσώπων που εικονίζονται, για τη σχέση τους, για τα μελλούμενα της ζωής τους.
Εξετάζω σχολαστικά τα πρόσωπα. Στις πρώτες ανάσες του εικοστού αιώνα έντεκα χωρικοί της Μακεδονίας ποζάρουν ντυμένοι τα καλά τους. Άνθρωποι παλαιοί σχεδόν αρχαϊκοί. Κι είναι όλοι τους συγγενείς μου, πρόγονοι. Σε τρεις σειρές καθισμένοι, οι γενιές ανάκατες. Οι αρσενικοί τρεις όλοι κι όλοι. Ένας γέροντας αποτελεί το κεντρικό και πιο πληθωρικό άτομο της ομήγυρης. Τέσσερα παιδιά. Τα δυο αγόρια. Το έν΄ απ΄ αυτά είν΄ ο παππούς μου. Εδώ το πολύ τριών χρόνων. Όλοι οι άλλοι που φωτογραφήθηκαν  θηλυκός πληθυσμός: Δυο μικρά κορίτσια  κι έξι γυναίκες. Ο γέροντας, παχύς, αρχοντικός με ντουλαμά, και φαρδύ ζωνάρι .Μουστάκι λευκό πλούσιο. Ίσως είχε βροντερή φωνή. Και ξέρω πως του άρεζε το αψύ ρακί σκέτο. Και το κρασί μπρούσκο. Έχει ευφρόσυνη όψη. Και σαν άφοβος μοιάζει. Φοράει φέσι. Υποχρέωση προφανής των ενηλίκων ανδρών τότε. Υπενθύμιση για τα χρόνια που είναι τραβηγμένη αυτή η φωτογραφία. Στα χέρια του κομπολόγι από μαύρο κεχριμπάρι και γλιστράει στη μέσα μεριά του μηρού του. Ο γέρος πλημμυρισμένος κι από μια αυτοπεποίθηση που καθόλου δεν τη δικαιολόγησαν τα επόμενα χρόνια.
Στα δεξιά του μια γυναίκα. Η σύζυγός του, με καταγωγή απ΄ τα Μπίτολα και δίγλωσση, κρατάει με τις μικρές παλάμες της κλειστές το κοντογούνι. Αφήνει να φανεί μια χρυσοκέντητη πόλκα στο στήθος. Χείλη σφιγμένα κι ένα βλέμμα κοφτερό σα να μετρά διαρκώς γύρω της και σαν να υπολογίζει αποστάσεις. Ήδη το βλέμμα της διασχίζει τόπους, περνά πολιτείες μακρινές και σβήνει τα βήματά της στα βάθη του κόσμου. Κάποια αδιόρατη θλίψη αλλά προπάντων υστεροβουλία σ΄ εκείνο στο σφιγμένο στόμα μπορώ να διακρίνω. Ξαναβλέπω αυτά τ΄ αμήχανα και που δε βολεύονται χέρια. Δυο χέρια που σφίγγουν, συγκρατούν, προσπορίζονται όλο άρνηση. Δεν προσφέρουν και δεν προσφέρονται.
Τα τρία από τα παιδιά κάθονται μπροστά κατάχαμα σε μπλατσιώτικο κιλίμι. Σαν αφημένες κούκλες. Τα πόδια τους δεν φαίνονται από τους αστραγάλους και κάτω. Σκεπάζονται από μια μικρή κουβέρτα που ίσως θα κρύβει τίποτα γουρουνοτσάρουχα, ντροπής πράγματα για φωτογράφηση. Ένα από τα κορίτσια, το μικρότερο, κάθεται στην αγκαλιά της μάνας του. Έχει κουνηθεί και το πρόσωπό του μαζί και το βλέμμα του «φλουτάρουν» τη στιγμή της φωτογράφησης. Το ένα πόδι του-τ΄ αριστερό- προβάλλει με  ωραίο χρωματιστό τερλίκι. Συνεχίζει αυτό το ζωηρό παιδί να παίζει μέσα στα χρόνια που έρχονται ξεπερνώντας  την ακινησία της πόζας. Το πρόσωπο της μάνας, πίσω από την αγκαλιά με το παιδί, σαν αντρογυναίκας. Μια Παναγία των βουνών με βλέμμα σαν κρούσταλο του βράχου.
Πίσω στον τοίχο έχει τραβηχτεί ένα λευκό σεντόνι για τις ανάγκες της φωτογράφησης. Διακρίνω τις αναδιπλώσεις του στο πλάι. Πού να ΄χει βγει άραγε αυτή η φωτογραφία; Ίσως εδώ που βρίσκεται τώρα η μεγάλη σάλα του σπιτιού μας. Πώς όμως μπορεί να ξέρει πια  κανείς;  Τίποτα δεν έχει απομείνει που να θυμίζει…
Η μια εγγονή στην πίσω σειρά- ως δεκαπέντε χρονών- στηρίζει το χέρι της στον δεξιό ώμο του γέροντα. Η άλλη-θα ΄ναι δεκαοχτώ ως είκοσι- ακουμπά στο ζερβό του ώμο. Όρθια στέκει με μέση στολισμένη από πλουμιστό παφτάδι που τελειώνει σε διπλή αργυρένια πόρπη. Φοράει χρυσοκεντημένη πόλκα που θα ΄χει σίγουρα τον δικέφαλο αητό στην πλάτη. Μαζί του θα πετάξει, γι΄ αυτό έχει τώρα μάτια αθώα γεμάτα εγκαρτέρηση κι ελπίδα. Δίχως να βιάζεται στέλνει το μήνυμα της μελλοντικής φυγής. Μια λύτρωση που θα θριάμβευε αλλού. Ο άντρας της άνοιξε κάποτε εργοστάσιο ζυμαρικών-τώρα διάσημη φίρμα-στην Πόλη. Ύστερα ήρθαν στη Σαλονίκη. Έζησαν μέσα στον πλούτο.
Μια γυναίκα που στέκει παράμερα κάπως στα αριστερά και δεν κοιτάζει το φακό μοιάζει αφηρημένη. Φοράει μεταξωτό κουραζέ που στίλβει στις πτυχώσεις του. Η Αλεξάνδρα θα μάθω αργότερα. Προγιαγιά μου. Ο άντρας της ο Κωνσταντίνος λείπει για δουλειές στην Πόλη. Πραματευτής. Κυρατζής που συνεχίζει το έργο του γέροντα όμως με λιγότερη επιτυχία τώρα πια. Θα γυρίσει κάποια φορά και δεν θα ξαναφύγει. Θα μείνει στο χωριό και θ΄ ανοίξει χασαπιό. Πατέρας και γιος, στα ταξίδια τους, ντύνονταν αξιοθρήνητα κουρέλια για να ΄χουν την όψη ζήτουλα και να μην τους χαλνούνε οι ληστές. Γι΄ αυτό στο χωριό τους κόλλησαν το παρατσούκλι  «παρταλάδες».
Τα τρία μωρά που φωτογραφήθηκαν καθισμένα στο πάτωμα φοράνε μεγάλους σταυρούς στο στήθος. Ο πιο μικρός, ξανθός με βλέμμα θυμωμένο, έτοιμος να κλάψει. Ο μεσαίος στη φωτογραφία κι από τα σερνικά ο μεγαλύτερος κοιτάζει με μια θλίψη. Μια παραίτηση υπάρχει στο ανεπαίσθητα γερμένο  του κεφάλι. Ίσως όμως η πικρή του ιστορία που γνωρίζω είναι που με κάνει να τα υποθέτω αυτά. Είναι ο παππούς από το σαράντα-πέντε πεθαμένος στο σανατόριο στη Σαλονίκη και θαμμένος στα μνήματα της Ευαγγελίστριας.
Σ΄ όλα τα πρόσωπα όσο κι αν το προσπάθησα δεν βρήκα ένταση καμιά. Η μοίρα όλων προδιαγεγραμμένη μέσα στη φυσιολογική  ροή της ζωής, κανένας δεν μπορεί να ζητήσει από το ρυάκι να τρέξει λιγότερο ή περισσότερο γάργαρα. Τίποτα δε βιάστηκε. Όλα ήρθαν στον καιρό τους με απαντοχή. Παρεκτός από τα σφιγμένα χέρια της γεροντότερης γυναίκας καμιά ανησυχία δεν διέκρινα ακόμα και για την φωτιά Εκείνη που θέριευε πίσω από το απλωμένο σεντόνι. Το χέρι του τελευταίου Τούρκου που εγκατέλειπε το χωριό την είχε ανάψει κι εκείνη έτρωγε ήδη, σε μελλοντικό χρόνο καίγοντας , την ξύλινη στέγη του παλιού σπιτιού πρώτα. Ο γέροντας κάηκε μόνος κι αβοήθητος. Ανήμπορος  ολότελα να σηκωθεί να τρέξει να φύγει να σωθεί. Αυτός που διάβηκε δρόμους δεν μπορούσε μήτε να σηκωθεί να περπατήσει. Η γυναίκα του κρατώντας σφιχτά στο στήθος ένα μικρό σεντούκι με γρόσια και τούρκικες λίρες θα έφευγε μακριά κατά την Ανατολή. Μόνη της θύμηση μας απόμεινε αυτή η φωτογραφία μ΄ όλες τις προθέσεις της καλά αποτυπωμένες.



 "Η φωτογραφία" είναι ένα από τα εννέα  διηγήματα, από το βιβλίο του Νώντα Τσίγκα με τίτλο: Εποχιακός διανομέας, Πανοπτικόν ,Θεσσαλονίκη, 2013.


"Η Φωτογραφία" κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου της Αγνής Παντ. Σταυρίδου με τίτλο: η ενδυμασία και η υφαντική ΣΤΟ ΒΟΓΑΤΣΙΚΟ, Θεσσαλονίκη 1997

Τρίτη 26 Απριλίου 2016

ΠΑΣΧΑ ΣΤΟΥ ΧΟΥΡΙΟ


Είχαμι  χιμώνα φαρμάκι, ιφέτους! Είπαμι  τ΄ν   Πασχαλιά μι χιον θα τ΄ν βγάλουμι, αλλά, ιφτιχώς εχι  καμπόσις μέρις τώρα, απ΄έσιαξιν ου κιρός, βγήκιν ου ήλιους. Ιγώ άμα ιδώ καλή μέρα νταλντώ  στ΄ς  δλειες . Η πιθιράμ  ίλιγι « τέτοιις μέρις βάλτις στου τσιουβάλ». Κι μη τ΄ν ιφκιρία απ΄όρχουντι κι οι γιουρτές έβγαλα κι έπλυνα τ΄ς  κουβέρτις μ΄, τίναξα τα σκ’τιά, σκούπσα κι σφουγγάρσα του  ουπάν του σπιτ, έπλυνα τ΄ς κουρτίνις, κι  τ΄ς  διαδρόμ κι τίναξα τ΄ς μουκέτις. Καένας δεν του πατάει τ΄απάν του σπιτ  αλλά χρειάζ ένα πανί.
Ιγώ κάθουμι στ΄ν κουζίναμ΄κι στουν ουντάμ κατ. Ανασκίρσα κι του κατώιμ΄, πέταξα κατ΄ βάζα, κατ΄ σακούλις πλαστικές κι κατ΄ψιλουλόια  π΄όλου λέου θα μη χρειαστούν κι δεν μη χρειάζντι. Τάπιρ μη τα βνα, βάζα, σακούλις… Έχου  τ΄ς  μαλάθις μ΄ στ΄ν σειρά, τα φρούτα μ΄ αραδιασμένα, οι πατάτις στ΄ν σκιά, ου δυόσμους κι ου βασιλικός  κριμασμέν στα καρφιά. Τ΄ς  νταμιτζάνις  κι του χαρανί σ΄ν άκρα  κι τα μπακίρια στου ραφ. Είπα ν΄ασβιστώσου τα ντβάρια αλλά ήταν μούσκα κι τα ΄φσα για τουν Μάη. Έσπειρα κι ψα σπανάκι, καμπόσα καρότα, δυο ρίζις πανσέδις, ήρθι του χιον  μη τα ΄καψι! Κάθι χρόνου τέτοιουν κιρό  ξιπατόνουμι στ΄ς  δλειές  αλλά καρτιρώ τα πιδιάμ΄κι μιτρώ  τ΄ς μέρις.
Του προυί σκόνουμι κατά τ΄ς  ιφτά πίνου τουν καφέμ ΄χουρίς ζάχαρ κι τρώγου  τρία πικραμύγδαλα. (Αστόησα, κι τρία χάπια). Νηστεία, όχι δεν κάμνου, δεν μη  κρατούν τα ποδάρια μ΄. Βαστώ για τ΄ν μεγαλοβδόμαδα μόνον. Ήνιτις άλλις  τ΄ς βλεπς σαράντα μέρις πράσου κι ψουμί, κι μιτά αράδα τα ιγγιφαλικά. Κάμνου τ΄ς  δλειες  ολν τ΄ν μέρα, του μισμέρ θα φάγου καλά, θα ξαπλώσου κι του απόγιμα τηλιόρασ’ κι κατά τ΄ς έντικα θα σφαλίσου του φως.
Τώρα ιγώ του πρόγραμμα για τ΄ν πασχαλιά του ξέρου απ΄όλα τα χρόνια, το΄χου κανοντζμένου. Θα ΄ρθν ου γιος μ΄μη τα πιδιά τ΄κατά τ΄ν Μιγάλ Τιτάρτ. Η νυφαδιά μ΄θα πιασ τ΄ν καρέκλα, είνιτην  κουρασμέν. Η θυγατέρα μ΄ κατά του Μεγάλου Σάββατου. Παρατάει τα πιδιά τ΄ς κι τρεχ στ΄ς καφέδις. Μη τα μκρα αντραλιάζουμι γαιτί τρώγουντι αναμιταξύ τα.
Βάφου τ΄αυγά τ΄ν Πεμπτ μέχρι τ΄ν Παρασκιυή είνιτα τσακσμένα. Άλλου τρώει ψα ασπράδ άλλου τουν κρόκου, τα πιτάχνουν κατά ιδώ κι κατά ικεί , χαραμζμάρις... Δεν μη μεν αυγό για κέρασμα μέρις απ΄ όρχουντι. Μιγάλ Παρασκιυή κάμνου ψα σκουρδάρ για τ΄αντέτ. Έρχουντι τα πιδιά να δουκιμάσν όλου χαρά, παένουν στ΄ς μάνις τα: «μαμά φάγαμε σκορδάρι» (σκουρδουκαΐλα τις αυτές). Τ΄ν Παρασκιυή τα κάμνου κανά λαδιρό ή τίπουτα φασούλια, τα πιδιά τρων τιγαντζμένις πατάτις. Η νύφη μ΄καν δίιτα : «σουπιές με σπανάκι και δεντρολίβανο κι ένα κουταλάκι του γλυκού, λάδι», τ΄ν έγραψιν  ου τρουφουλόγος.
Στ΄ν μαγειρίτσα ιγώ δεν βάνου άντιρα, τα βάνου στα λάχανα. Όταν είνι να τ΄ν σιρβίρου αντραλιάζουμι. Άλλους μη λέει δεν θέλου πλιμόν, άλλους δεν θελ πουλύ ζμι, άλλους τ΄ν προυτιμάει  ασπρ αυγουλέμουνου,(η μπουγατσιώτκια η μαγειρίτσα είνι κόκκιν ιγώ ξέρου, κι νε ρύζια κι νε μαρούλια). Η μπιρόνα η νυφαδιά μ΄ δεν θελ να τ΄ν ιδεί τ΄ν μαγειρίτσα. (Ας φάει του δεντρουλίβανου τ΄ς αυτή). Τα κούτσκα τα βάνου απ΄τα΄απόγιμα κι τρων, σιγά μη πιριμένουμι του Χριστός Ανέστη. Αυτά, κατά  τ΄ς έντικα νυστάζν, παένουμι σ΄ν ικκλησιά οι μ΄σοί. Παίρνου τ΄αυγά σ΄ν τσιάντα κι τα κιριά, ου  Γιανντς μ΄καν κανά τέταρτου να δες τ΄ν γραβάτα, μπιτζάμις πιταμένις, παπούτσια, πιδικόνουμάστι στουν διάδρουμου. Πόρτις ανοίγουν κλείνουν, χπουν οι καμπάνις, τρέχουμι να προυλάβουμι τουν παπά, χωνουμάστι στ΄ αμάξια, καμιά φουρά βρεχ΄κι όλας, ανάφτουμι τ΄ς λαμπάδις, τρέχου, ανάφτου κι ένα κιρί στουν πάππου μ΄ («πούσι έρμι, τουν λέγου»). Ξανά στ΄ αυτουκίνητου, βγάνουμι τα ρούχα να τα βάλουμι στ΄ς  κριμάστρις, τα μκρα πότι γυρνούν μη τα μαλλιά τα καψαλζμένα, πότι μη τα μπόια τα μες στ΄ς σταξιές απ΄ του κιρί.
Τ΄ν μέρα τ΄ν Πασχαλιά σκώνουμι απ΄ τ΄ς νύχτις να μαζέψου τα λάχανα απ΄ τ΄αμπέλ΄, να καθαρίσου τ΄ άντιρα, τα κρουμδούλια, να βράσου του κρέας… Τα χέρια μ΄ γίνουντι ντούγκανους απ΄τα νιρά. Στα λάχανα βάνου κι ψα δυόσμουν, του νουστμίζ… αλλά τι του θες εμ, όπους του βάνω στα πιάτα, έτς του γυρνούν σ΄ν κατσαρόλα. Του βάνου στου ψυγείου, του βγάνω, του ζισταίνου, ουπίς σ΄ν κατσαρόλα. Τι θέλου κι του κάμνου, αφού ξέρου ότι κανένας δεν του τρώει κι πρωτ κι καλύτερ΄ιγώ. Όσον ζούσι ου πάππους μ΄ έψινι κατσίκ΄ κι κουκουρέτς . Τώρα του βάνου στου φούρνου, κι ικεί καλό γένιτι.
Ιιιχ εμ, έκατι χπάει του τηλέφουνου να τρέξου να του σκώσου, τα πιδιά μ΄θα είνι… Έλα εμ Γιανν, τι καντς πιδίμ΄; Να μαμά …κοίταξε , ήθελα να σου πω για φέτος… να μη μας περιμένεις για το Πάσχα… (Ιιιχ φαρμακόθκα τώρα…) Φέτος λέμε να πάμε στην πεθερά μου πρώτα και να ρθούμε την δεύτερη μέρα στο χωριό… Καλά εμ, καλά… γιατί για να σι πω τ΄ν αλήθεια, έλιγα κι γω ιφέτους  να πάνου σ΄ν Κέρκυρα, να ιδώ  απ΄ γκριμνούν στ΄ς στάμνις απ΄ τα μπαλκόνια κι τ΄ς τσακίζν, εμ…
Πόλυ Μπλιάγκα ( Χανιά 1999)


Η ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΟ ΒΟΓΑΤΣΙΚΟ 1943

ΤΟ ΕΠΙΤΕΛΕΙΟ ΤΗΣ 9ης ΜΕΡΑΡΧΙΑΣ ΤΟΥ Ε.Λ.Α.Σ. 1943

Ο πρώτος όρθιος από δεξιά είναι ο Δημήτριος Σαρακατσάνης (Γερμανός ή Μακεδόνας) από το Βογατσικό. (Βογατσικό 1910- Μπούλκες 1981). Ήταν ο πρώτος αντάρτης στον Όλυμπο και δημιούργησε την πρώτη ομάδα ανταρτών στην περιοχή των Τεμπών στις 15/05/ 1942. Ήταν καπετάνιος στο 27ο Σύνταγμα της 9ης Μεραρχίας. Στην ομάδα αυτή συμμετείχε και ο Γιώργος Καλδής επίσης απ' το Βογατσικό. (αρχείο Βαγγέλη Σαρακατσάνη)

Στη  Δυτ. Μακεδονία η παρουσία των ανταρτών έγινε ιδιαίτερα αισθητή τον Μάρτιο του 1943, όταν συνέλαβαν αιχμάλωτο ένα τάγμα Ιταλών κοντά στη Σιάτιστα, στο δρόμο που οδηγεί από τα Σέρβια προς την Καστοριά. Στόχος των Ιταλών ήταν να εξουδετερώσουν ανταρτικές ομάδες, οι οποίες έκαναν την εμφάνισή τους στην επαρχία Βοΐου την ίδια περίπου εποχή. Οι πρώτες ένοπλες ομάδες σχηματίστηκαν στα νοτιοδυτικά ορεινά της περιοχής προς τα τέλη του 1942 και στις αρχές του 1943. Οι ομάδες αυτές ήταν ολιγομελείς, ομάδες παρανόμων με παραδοσιακή οργάνωση,  ο οπλισμός των οποίων  προέρχονταν από τους προηγούμενους πολέμους και αποτέλεσαν τον βασικό πυρήνα του ΕΛΑΣ στην περιοχή. Σύμφωνα με βάσιμες πληροφορίες αρκετοί απ΄αυτούς ήταν κομμουνιστές των Γρεβενών του Βοΐου και της Καστοριάς οι οποίοι κατέφυγαν στα βουνά για να αποφύγουν τη σύλληψη από το «Τάγμα Ερεύνης» των Ιταλών που είχε στη διάθεσή του  τους φακέλους των αστυνομικών αρχών της περιοχής.  Από τα νοτιοδυτικά το ΕΑΜ προώθησε τις ένοπλες ομάδες προς το  βορρά με δύο κατευθύνσεις, στο Βόιο και στο μεσαίο ορεινό συγκρότημα γύρω από τη Σιάτιστα. Οι αντάρτες του ΕΑΜ αφόπλιζαν τους χωροφύλακες που αρνούνταν να τους ακολουθήσουν, απέλυαν τους κοινοτικούς άρχοντες και διόριζαν μέλη του ΕΑΜ ή ανθρώπους της  εμπιστοσύνης των τοπικών στελεχών του ΕΑΜ. Η αντίδραση των ιταλικών αρχών ήταν να εκδώσουν διαταγή σύμφωνα με την οποία όλοι οι σταθμοί χωροφυλακής είχαν την υποχρέωση να παραδώσουν τον οπλισμό τους στις πλησιέστερες κωμοπόλεις όπου υπήρχαν ιταλικές φρουρές έως τις 4 Φεβρουαρίου. Αρκετοί χωροφύλακες προσχώρησαν στο ΕΑΜ από το φόβο της σύλληψης τους από τους Ιταλούς, καθώς δεν έσπευσαν να αφοπλίσουν τους ένοπλους μόλις εμφανίστηκαν στην περιοχή. Επίσης αρκετοί ήταν και οι μόνιμοι και έφεδροι αξιωματικοί που κατέφυγαν στα ορεινά.Δύο δραστήρια τοπικά στελέχη του ΕΑΜ, οι οποίοι αποτέλεσαν τους κινητήριους μοχλούς των πρώτων κινήσεων ήταν ο Ευστράτιος Κέντρος ή Σλομπόντας από τη Φλώρινα και ο Αριστοτέλης Χουτούρας ή Αρριανός από τη Λευκοθέα (Χουτούρ) Βοΐου. Το Βογατσικό ανήκε στην περιοχή επιρροής του Αρριανού.

Από αριστερά:
1ος Ηλίας Παπαδημητρίου (Λιάκος), 2ος Νίκος Θεοχαρόπουλος (Σκοτίδας), 3ος Μήτσος Κυρατζόπουλος (Φωτεινός), 4ος Αριστοτέλης Χουτούρας (Αρριανός), 5ος Νίκος Παπαστεργίου (Φουρκιώτης). Αρχείο Σβετλάνας Χουτούρα.

Αριστοτέλης Χουτούρας (Αρριανός) 1913-2000
Στις ανέκδοτες σημειώσεις του ο Αρριανός  περιγράφει την επιστροφή του από το Αλβανικό Μέτωπο στο χωριό του Λευκοθέα Βοΐου, το «πέρασμα» του στον μόνιμο ΕΛΑΣ και την πρώτη επίσημη εμφάνιση της αντάρτικης ομάδας Βοΐου τον Ιανουάριο του 1941. Την ομάδα αυτή αποτελούσαν οι: Χουτούρας Αριστοτέλης (Αρριανός), Νίκος Παντίδης (από Βελανιδιά), ο Ξενοφών, κάποιος με το ψευδώνυμο  Ζήσης, ο Μπίρος  απ΄το Τσακνοχώρι κι ο Γιάννης Μπέζιαρης. Η ομάδα αυτή των έξι, αποτέλεσε τον πυρήνα των ανταρτών Βοΐου. «Στις 10-01-1943 ήρθε ο Χασιώτης από το χωριό Καλιστράτι μαζί με τον Δημήτρη Μαντιούκα σταλμένος απ΄την αχτιδική επιτροπή του Κ.Κ.Ε. και με οδήγησαν τη νύχτα απέναντι  απ΄το χωριό Ροδιά των Γρεβενών σ΄ένα υψωματάκι. Αφού γνωριστήκαμε με τους άλλους πέντε ο Νίκος ο Παντίδης μου λέει: «Έχουμε εντολή από την Αχτιδική του χωριού Παρόχθειο να απαγορεύσουμε τη χωροφυλακή Γρεβενών να πάρει ζώα και τρόφιμα από τους κατοίκους των χωριών». Ο διοικητής του αποσπάσματος ήταν  σε ένα  κατάλυμα στο χωριό Ροδιά. Η ώρα ήταν περασμένη. Με όρισαν επικεφαλής και πήγαμε στο σπίτι που έμενε ο διοικητής. Χτυπήσαμε την πόρτα και μας άνοιξε νοικοκύρης. Του ζήτησα να μας οδηγήσει στον ανθυπομοίραρχο. Έτσι κι έγινε. Του λέω: «Κύριε διοικητή μας συγχωρείς που σ΄ενοχλούμε. Είμαστε αντάρτες. Μάθαμε ότι ήρθατε με αποσπάσματα Ιταλών να πάρετε ζώα και τρόφιμα από κατοίκους των χωριών. Η αποστολή σας αυτή να ματαιωθεί. Θα πείτε στους Ιταλούς ότι οι αντάρτες στην ύπαιθρο είναι χιλιάδες και σας απαγορεύουν να κάνετε κάτι τέτοιο. Να προσέξετε καλά γιατί αν πάρετε ζώα και τρόφιμα, λίγο πιο κάτω θα σας στήσουμε ενέδρα». «Αυτό θα κάνουμε αλλά θέλω να μου πείτε από ποια οργάνωση είστε γιατί στα Γρεβενά έχουμε Ε.Α.Μ. και σεις στα πηλίκια γράφετε Ε.Λ.Α.Σ.» Του εξηγήσαμε και ησύχασε. Σηκωθήκαμε να φύγουμε και η ομάδα των πέντε έκανε τόση φασαρία έξω, σαν να ήταν γύρω απ΄το χωριό  αντάρτικα αποσπάσματα με εκατοντάδες. Αυτή ήταν η πρώτη επίσημη εμφάνιση της αντάρτικης ομάδας Βοΐου. Δεν πέρασαν δυο μέρες και η καλύβα μας (κρησφύγετο) κάηκε».
Στη συνέχεια σε κάθε χωριό απ΄όπου  περνούσαν η ομάδα τους μεγάλωνε. Παρόχθειο, Ροδοχώρι Γρεβενών, Ροδοχώρι Βοΐου, Ομαλή, Καλλονή Γρεβενών, Δίλοφος, Πεντάλοφος, Βυθός, Βουχωρίνα, Τρίκορφο (στα σύνορα Μακεδονίας-Ηπείρου).
Στη συνέχεια παραθέτω αυτούσιο το κομμάτι του κειμένου όπου αναφέρεται στην επίσκεψή του στο Βογατσικό αλλά και στο Γέρμα το Μάρτιο του 1943: « Μετακινιόμαστε στα Καστανοχώρια. Ζώνη, Δαμασκηνιά, Αι Λια, Πλακίδα  και κατεβήκαμε Πλαζόμιστα, Λευκοθέα, Τσοτύλι. Στο Τσοτύλι μας περίμενε ο στρατιωτικός υπεύθυνος Βογατσικού (Παντελής Παντελίδης). Μας λέει: «Δεν έχουμε καλή κατάσταση στην περιοχή και πρέπει να έρθετε να μας βοηθήσετε, γιατί ο Κολάρας μας ανακατεύει πολύ». Περάσαμε στο χωριό Μελιδόν και μας ακολούθησαν δύο αντάρτες. Ο Αριστείδης Μελιδονιώτης και ο Νίκος Κουτσοφλιανίτης (Σμόλικας). Φτάσαμε στο Βογατσικό. Εδώ μίλησε ο γεωπόνος Μητράκας, καλός ρήτορας. Όλο το Βογατσικό χειροκροτούσε, όλοι τον θαύμασαν. Θαύμασαν και τον Χρήστο Κιτσιόπουλο  ο οποίος ήταν ντυμένος όπως οι παλιοί αντάρτες, με γενειάδα και οπλοπολυβόλο. Ύστερα από τρεις μέρες πήγαμε στο χωριό Γέρμαν. Εδώ μας δέχτηκαν θαυμάσια. Οι κάτοικοι μυημένοι στο ΕΑΜ. Το χωριό Γέρμαν είχε πολλούς σπουδαγμένους. Καθηγητές, δάσκαλοι, πολλά γυμνασιόπαιδα, κόσμος πολύς των γραμμάτων και όλοι προοδευτικοί. Παίρνω εντολή να επιστρέψω στο Τσοτύλι…

                                                     Κώστας Βαϊνάς 1920- 2015

Διήγηση Κώστα Βαϊνά   19/12/2010
Οι αντάρτες πρωτοήρθαν στο χωριό μας  την άνοιξη του 1943 απ’ τ΄ «αλώνια», έτσι λέγαμε το δρόμο της αστυνομίας. Ήταν γύρω στα είκοσι άτομα και μέχρι να φτάσουν στη λέσχη τραγουδούσαν  τον ύμνο της ΕΠΟΝ : 
Με τη χρυσή της νιότης πανοπλία
      στο θάρρος, στην ορμή, στη λεβεντιά
                            πετούμε στον αγώνα στη θυσία…

Στη «Λέσχη» μίλησαν με λόγια πατριωτικά στο συγκεντρωμένο πλήθος. Ο «Αρριανός» πρωτοστατούσε στη συγκέντρωση. Μαζί του ήταν κι ο Αριστοτέλης Κανδύλης (απολυθής δάσκαλος από τη δικτατορία του Μεταξά, για τα αριστερά του φρονήματα) ο οποίος μίλησε για την επανάσταση και κάποια στιγμή φώναξε: «όλοι όρθιοι». Μαζί με τον Αρριανό έφυγε και ο Αθανάσιος Βαράκας- Καραθανάσης και ο Λαϊνάς Γεώργιος, πρόσφυγας. Ο Βαράκας σε μια μάχη με τους Γερμανούς, σκοτώθηκε με το πολυβόλο στα χέρια, ενώ, ο Λαϊνάς  τραυματισμένος γύρισε στο χωριό και μετά την απελευθέρωση έφυγε για την Αυστραλία. ’Ηθελα να φύγω κι εγώ με τον Αρριανό αλλά με απέτρεψε η μάνα μου με φωνές και κλιάματα. Με  είπε: «που θα κινήσεις τώρα»! Μπορεί όμως εκείνη τη μέρα να μη έφυγα αλλά στη συνέχεια ήρθα σε επαφή με τους αντιστασιακούς. Τον Περικλή τον γνώρισα προσωπικά, όπως και τον Αργύρη Κουβάτσιο από τους Αμπελόκηπους. Τους συνάντησα στο σπίτι του Ναούμη του Βαϊνά , είχαν κάτι μαγειριά εκεί με τζάκι, « τεκέ» το λέγαμε. Η ώρα της συνάντησης καθορίζονταν στα κρυφά, από στόμα σε στόμα και συνήθως μας έκαναν καθοδήγηση, κυρίως πως θα βρίσκαμε όπλα (σ΄αυτό ήμουν δαίμων). Μας οργάνωναν σε τριάδες και τι έλεγε σε εμάς τους τρεις δεν το ΄ξερε κανένας άλλος. Εγώ πολλές φορές ήμουν τριάδα με τον Θανάση  Τόλκο, τον Λαμπρίδη τον Λάμπρο και άλλοτε με τον Τάκη τον Παρασκευά και τον Ζήση τον Μπλιάγκα. Ο Τάκης ο Παρασκευάς αν και μικρός, ήταν οργανωμένος. Ψάχναμε τα βράδια για όπλα στην «πάνω» την εκκλησιά. Στην ΠΑΟ που ήταν οργανωμένοι άλλοι, έκρυβαν τα όπλα ακόμη και στο οστεοφυλάκιο. Παίρναμε μια αρίδα στα χέρια και μεταξύ κρανίων και κνημών ανακαλύπταμε και κανένα μάνλιχερ. Τον Υφαντή απ΄το Γέρμα τον γνώριζα εξ΄αποστάσεως. Μ' αυτόν συνεργάζονταν οι αδελφοί Νασιοπούλου, ο Κώστας και ο Χρήστος.
Το διάστημα αυτό είχαμε οργανωθεί στον εφεδρικό ΕΛΑΣ, γύρω στα πενήντα άτομα. Μεταξύ άλλων ήταν ο Λυκογιάννης Γεώργιος, οι Παναγιώτης και Δημήτριος Δεληγιάννης, ο Ιωάννης Τζήμας, ο Παντελής Παντελίδης (στρατιωτικός υπεύθυνος), ο Κώστας ο Αγόρας, Ο Λάμπρος Λαμπρίδης, ο Θανάσης Τζέλιος, ο Χρήστος Φερραίος, ο Ιωάννης Αναγνώστου, ο Κωνσταντίνος  Δαρλαγιάννης, ο Κώστας Γκαγκιάς, ο Θανάσης Τόλκος (στο πολιτικό τμήμα) ο Γιώργος Λιόγανος και άλλοι. Ο Μολδοβάνος Ζήσης ήταν καπετάνιος στον ΕΛΑΣ, ο Απόστολος Δεληγιάννης (Πατρίκης), ο Γιάννης Δεληγιάννης ήταν μικρό παιδί τότε, ο Κώστας Μπλιάγκας, ο Δημήτριος Δημόκας, ο Γιάννης Δαρλαγιάννης, ο Γιάννης Γιαννούλης ήταν μόνιμοι στον ΕΛΑΣ. Εμείς του εφεδρικού προσχωρήσαμε στον μόνιμο ΕΛΑΣ το 1944. Κατευθυνθήκαμε προς το Κιλκίς. Στη μάχη αυτή σκοτώθηκαν οι Παναγιώτης Σκανδάλης και ο…. Εγώ είχα σταματήσει στην Πτολεμαϊδα, δεν πήγα στο Κιλκίς.

Συνέχεια  12/03/2011
Μετά την εκτέλεση των δεκατριών τον Απρίλιο του 1943 φοβηθήκαμε με τον αδερφό μου και φύγαμε στις 20 Μαΐου στη Χαλκηδόνα όπου είχαμε ένα θείο και εκεί δούλεψα για εννιά μήνες. Έπαθα όμως τύφο και επειδή το κλίμα δεν βοηθούσε στην ανάρρωσή μου πήρα το δρόμο της επιστροφής. Ήταν Μάρτιος του 1944 και είχα πληρώσει εισιτήριο 5.000.000 (ένα μάτσο χαρτονομίσματα). Στην Κορησό γίνονταν μια μάχη με τους Γερμανούς και μας κατέβασαν για έλεγχο άνδρες του ΣΝΟΦ. (Οι ταυτότητες που κρατούσαμε πάνω μας είχαν την υπογραφή του Ιταλού).Στη συνέχεια σταμάτησα στο Δισπηλιό όπου διανυκτέρευσα σ΄έναν αγροφύλακα και 25 Μαρτίου του 1944 έφτασα στο χωριό. Τον Αύγουστο του  1944 καταταχθήκαμε στον ΕΛΑΣ. Ο Παναγιώτης Δεληγιάννης, ο Θανάσης Τζέλιος, ο Δημήτρης Δεληγιάννης, ο Ιωάννης Ρίζος κι εγώ. Τα τρόφιμα όμως ήταν λιγοστά και οι συνθήκες δύσκολες, γι αυτό αποχωρήσαμε. Τον Παναγιώτη τον Ρίζο κι εμένα που  ήμασταν ελεύθεροι μας πέρασαν στρατοδικείο καθώς η αποχώρησή μας θεωρήθηκε λιποταξία. Περάσαμε από ανταρτοδικείο στη Σιάτιστα και μας δίκασε ο Τζήμας (Ανδρέας); ντυμένος με πολιτικά. Η δίκη έγινε τον Οκτώβριο του 1944. Μας είπαν πως η πράξη μας ήταν προδοσία και πως θα μπορούσαν να μας εκτελέσουν κιόλας. Εμείς δικαιολογηθήκαμε με κάτι ασυναρτησίες… Μας πήγαν με συνοδεία σε κάτι καταλύματα και ξαναγυρίσαμε στον ΕΛΑΣ. Εγώ, ως αποθηκάριος σε αποθήκη με τρόφιμα. Δεν μπορείς να φανταστείς, τι μαρμελάδες και τι κρέατα και κονσέρβες υπήρχαν μετά τη βοήθεια των Άγγλων.

Η ΠΑΟ στο Βογατσικό

ΠΑΟ (Πανελλήνιος Απελευθερωτική Οργάνωσις), είναι η μετονομασία της ΥΒΕ (Υπερασπισταί Βορείου Ελλάδος) η οποία ιδρύθηκε στη Θεσσαλονίκη το καλοκαίρι του 1942. Για τη δράση της ΠΑΟ στο Βογατσικό δεν έχουμε πληροφορίες, ωστόσο επεσήμανα δύο σημεία στα βιβλία των Αργύρη Κοβάτση, ο Ατίθασος Ταγματάρχης, και στο Αρχείο-Ημερολόγιο του (τότε) Ταγματάρχη Γιάννη Παπαθανασίου, με τίτλο: Για τον Ελληνικό Βορρά, όπου γίνεται αναφορά σε κάποια άτομα τα οποία συμμετείχαν στην οργάνωση.
Στις σελίδες 25-26 ο Κοβάτσης αναφέρεται στον  δάσκαλο Γιάννη Νταϊλιάνη  (Αντώνης), ο οποίος στον καιρό της Κατοχής ήταν διορισμένος στα χωριά Αυγή και Κρύα Νερά της Καστοριάς. «Το 1943  ο Νταϊλιάνης προσχώρησε στο ΕΑΜ και κατάφερε σε λίγο χρονικό διάστημα να αναρριχηθεί στη γραμματεία της Π.Ε. του ΚΚΕ Καστοριάς μόνο που μαζί με τις οργανώσεις του ΕΑΜ στα χωριά δημιουργούσε και οργανώσεις της ΠΑΟ. Πείθει την καθοδήγηση να του επιτραπεί να έρθει στον τομέα του λεκανοπέδιου Βασιλειάδος- Βογατσικού γιατί εδώ υπήρχε πρόσφορο έδαφος για τη δημιουργία βάσεων της ΠΑΟ. Κυρίως στα κεφαλοχώρια Μαυροχώρι, Γέρμα, Βογατσικό όπου υπήρχε γερή αντίδραση. Πρώτα οργάνωσε ΠΑΟ στο Βογατσικό. Έπεισε τον μεγαλοκτηματία Τακαντζά, ο οποίος αργότερα τουφεκίστηκε από τον ΕΛΑΣ.» (στην πραγματικότητα ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου από τους αντάρτες)

Στη σελ. 330  στο βιβλίο του Ταγματάρχη Γιάννη Παπαθανασίου, Για τον Ελληνικό Βορά γίνεται αναφορά στους: Ζήση Ι. Τζήμα, Αγαθοκλή Πανταζίδη, και Ζήση Τακαντζά από το Βογατσικό. Υπήρχαν πολλοί εθνικιστές, φιλοβασιλικοί και αντικομμουνιστές οι οποίοι υπέστησαν άγριους ξυλοδαρμούς από τους αντάρτες. Αρκούσε μια κατασκευασμένη ή ανυπόστατη φήμη  για να κακοποιηθούν βάναυσα. Πολλοί από αυτούς έβγαιναν κουφοί, σακατεμένοι, και μισοπεθαμένοι  μετά τις εξαντλητικές ανακρίσεις που γίνονταν στα μικρά δωμάτια της ΙΧ Μεραρχίας του ΕΛΑΣ στον Πεντάλοφο.

Από τις « μικρές ιστορίες»
Διήγηση Χρήστου Νασιόπουλου
Όταν ήμασταν στα Παλιάμπελα, στα χρόνια της Κατοχής, είχαμε μια βάρκα. Μια μαούνα που την είχαν φτιάξει οι κουμουνιστές. Ήταν δεμένη μ’ ένα συρματόσχοινο και περνούσες απέναντι τον Αλιάκμονα. Στο πλωτό αυτό χωρούσε μέχρι και άλογο αλλά συνήθως μεταφέραμε σιτάρια, μαλλιά, τρόφιμα γενικά, στα απέναντι χωριά που τα λέγαμε «Ελεύθερη Ελλάδα» γιατί ήταν ανταρτοκρατούμενα και είχαν την ελευθερία τους.
Μια μέρα ήταν εκεί κοντά ένας Κυπραίος και ξυραφίζονταν και τελευταία στιγμή καθώς γέμισε η βάρκα από κόσμο και πράματα, (εκείνη τη φορά ήταν και ένα άλογο) έτρεξε βιαστικά για να προλάβει να επιβιβαστεί. Κρατούσε κι ένα σακίδιο στρατιωτικό και καθώς πήδηξε στο πλωτό, έσπασε το συρματόσχοινο και βρέθηκαν όλοι μες στα νερά. Έπεσε και τ’ άλογο, βράχηκαν και τα τσουβάλια με τον καπνό και ότι άλλο υπήρχε. Ο Κύπριος, που ήταν μάλλον Βρετανικός Σύνδεσμος βγαίνοντας απ΄ το νερό είπε: «χάθηκε το χρήμα». Αυτός πρέπει να είχε λίρες οι οποίες έπεσαν στο νερό, γιατί, κατά πως φαίνεται δεν πρόλαβε να κλείσει το σακίδιο και με το που έπεσε  χύθηκαν στο ποτάμι. Όταν ο Κώστας ο αδερφός  μου έμαθε για το γεγονός (καθώς η πρωταρχική μας έγνοια ήταν τα όπλα και οι λίρες για την ενίσχυση των ανταρτών) κολύμπησε ώρες μέσα στα νερά τα παγωμένα και βρήκε πράγματι, τσουβάλια με καπνό, ξυριστικά, λιωμένα άρβυλα κι ότι άλλο θες. Λίρες όμως δεν βρήκε ούτε για δείγμα κι ας  έφτασε κολυμπώντας μέχρι τη Νεάπολη…


Βιβλιογραφία:
Ιωάννου Σ. Κολιόπουλου, Λεηλασία Φρονημάτων, τομ. Α', Το Μακεδονικό Ζήτημα στην κατεχόμενη Δυτ. Μακεδονία 1941- 1944, εκδ. Βάνιας, Θεσ/νικη 1995
Αργύρης Κοβάτσης, ο Ατίθασος Ταγτατάρχης, Νοέμβ. 2009
Παρμενίωνος Ι. Παπαθανασίου, Μακεδονία 1941-44. Εθν. αντίσταση και τραγωδία: Το ανέκδοτο αρχείο-ημερολόγιο του τότε ταγματάρχη Γιάννη Παπαθανασίου, Εκδόσεις Παπαζήση, 1997

Ευχαριστίες:
στον κύριο Γεώργιο Νάκο για την παραχώρηση ανέκδοτων σημειώσεων του Αρριαννού.

στη Σβετλάνα Χουτούρα και τον Βαγγέλη Σαρακτσάνη για το φωτογραφικό υλικό

Βιβλιογραφία:

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2015

ΤΟ ΒΟΓΑΤΣΙΚΟ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΤΟΥ 1940

 Η ελευθερία της πατρίδας ήταν για τους Έλληνες το υπέρτατο καθήκον κι αυτό το απέδειξαν επανειλημμένα στη διάρκεια της μακραίωνης ιστορίας τους. Ο πόλεμος του 1940 στα ελληνοαλβανικά σύνορα ήταν για τη χώρα μας η απαρχή μιας νέας περιόδου γεμάτη περιπέτειες, ηρωικές  στιγμές και θυσίες.
Το Βογατσικό ανταποκρίθηκε στο εθνικό κάλεσμα πληρώνοντας τον δικό του φόρο αίματος στα πεδία των μαχών. Το ίδιο είχε πράξει και στο παρελθόν στον Μακεδονικό Αγώνα, στους Βαλκανικούς πολέμους και στον πόλεμο στη Μικρά Ασία.
Με την ευκαιρία της επετείου του «ΟΧΙ», ως ένδειξη ελάχιστης τιμής και ενθύμησης θα γίνει μια αναφορά στους στρατευμένους που έχασαν τη ζωή τους αλλά και σ’ αυτούς που πολέμησαν στον ελληνοϊταλικό πόλεμο μαχόμενοι ηρωικά για την ελευθερία.


Στον πόλεμο του 1940 έπεσαν μαχόμενοι ηρωικά οι στρατευμένοι: Βλάχος Κωνσταντίνος, Δόβας Χρυσόστομος, Μανώλης Θεοχάρης, Σαμαράς Ελευθέριος και Σιδέρης Σιδέρης.

 
Κων. Βλάχος, 1919. Σκοτώθηκε στις 12-03-1941     Χρυσ. Δόβας, 1912. Σκοτώθηκε στις 
στη Ντερντούσια Κάμιας                                           08/04/1941 στο Μνήμα Γραίας Κάμια

  
Θεοχ, Μανώλης, 1912. Σκοτώθηκε στις 23/03/1941     Ελ. Σαμαράς, 1912. Σκοτώθηκε στις 
στο Πόγραδετς, Ύψωμα Κορίτσα                                  14/11/1940 στη Μόροβα

Σιδέρης Σιδέρης, 1914. Σκοτώθηκε
στις 04/11/1940 στη Μεσοποταμία Καστοριάς




Μικρή κλίμαξ της ψυχής και του θανάτου, Νίκος Καρούζος


Μὲ λίγα ροῦχα αἱματωμένα βρέθηκε νεκρὸς
στὴ θερινὴ σελήνη καὶ οἱ φυλλωσιὲς
τοῦ ἔδιναν τώρα τὴ δόξα ποὺ εἶναι
πάνω ἀπ᾿ τὶς ἐπιθυμίες καιρὸς
ἀκίνητος στοὺς ἤχους τοὺς καθηγιασμένους.
Εἶχε μία φοβερὴ πληγὴ στὴν καρδιά του κι ἄλλες ἀκόμη
στὴ λεκάνη στὰ χέρια μέσ᾿ στὸ σεληνόφως
ἔβγαινε ἀπ᾿ ὅλο τὸ σῶμα του ἡ ὀμορφιὰ
σμίγοντας μὲ τὰ χώματα.
Καὶ μία στιγμὴ ὁ θεὸς ἔστειλε ἀγγέλους γύρω του
ἄνθη φλογερά, ἱμάτια ἀπὸ λευκὴ σιωπὴ
τῆς νύχτας ἡ κλίμαξ αὐτὸς
ἀνέρχεται μὲ λίγα ροῦχα αἱματωμένα.
 Ελέγαμε: Ένα ΜΑΡΑΘΩΝΑ ακόμα!
από αριστερά πάνω: 2ος Δημήτριος Βράκας
                                 3ος Ανδρέας Βράκας
                                 4ος Ιωάννης Παπανδρέου
από δεξιά κάτω:       1ος Νίκος Ριζόπουλος

Ελέγαμε: Μια ΣΑΛΑΜΙΝΑ  ακόμα!
Καταφύγιο- Δημοτικό Σχολείο Κορυτσάς
                                         από αριστερά μπροστά στο δέντρο: 1ος Αθανάσιος Σλημιστινός

Ελέγαμε: Ακόμα ένα ΕΙΚΟΣΙΕΝΑ!
από αριστερά: 1ος Νίκος Τσιτσιπάτης
                        2ος Λευτέρης Τζιμάνης
                        3ος Αγαθοκλής Δαρλαγιάννης
                        4ος Γρηγόρης Ζάχος
                        5ος Στέργιος Σαμαράς
Στο 32ο Σύνταγμα, πήραν μέρος στη μάχη του Πόγραδετς (πληροφορία, Γ. Δεληγιάννης)
Κι ήρτες τέλος συ Μητέρα-Μέρα,
οπού αγκάλιασες κι ανύψωσες ολόκληρα
τα περασμένα στον ανώτατο λυτρωτικό
σκοπό τους, στον υπέρτατο τους ηθικόν
ιστορικό ρυθμό!...
Άγγελος Σικελιανός 15 Νοεμβρίου 1940 (Νέα εστία)

μεσαία σειρά 3ος από δεξιά: Χρυσόστομος Ρίζος
                      4ος από δεξιά: Δημήτριος Σκανδάλης

Δημήτριος Βυτανιώτης, κλάση '36, υπηρέτησε στο 32ον Σ. Π. ΙΧ Μεραρχίας, πολέμησε στο ανεξάρτητο Τάγμα Χιονοδρόμων.

Βογατσιώτες πολεμιστές του '40
πάνω σειρά από αριστερά: 1ος Κωνσταντίνος Τζιόλας
                                            2ος Δημήτριος Σαρακατσάνης
                                            3ος Ανδρέας Τζηκαλάγιας
                                            4ος Στέργιος Πέιος
κάτω σειρά από αριστερά: 1ος Παντελής Μουράτης
                                            2ος Θεοχάρης Μανώλης

Στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 πήραν μέρος και άλλοι Βογατσιώτες, όπως:
ο Χρυσόστομος Βυτανιώτης, ο Χρήστος Βαϊνάς, ο Γιάννης Ζάχος, Σταύρος Σλημιστινός και πολλοί άλλοι.

Σουλτάνα Κίτσιου (αφήγηση)
Όταν έφτασε η είδηση ότι ο Κώστας (Βλάχος) σκοτώθηκε, η μάνα μου δεν μπορούσε να το πιστέψει. «Πώς είναι δυνατόν» έλεγε. «Μόλις προχτές μου έστειλε το γράμμα». Έκλαιγε νύχτα-μέρα και το χε μουσκέψει στα δάκρυα τόσο, που δεν ξεχώριζαν οι λέξεις. Ώσπου το πήρε ο μπαμπάς και το ‘κοψε σε κομματάκια και το πέταξε.
Το παιδί πήγε δεκαεννιά χρονών  στρατιώτης. Η γιαγιά μου έγραφε τα παιδιά της μεγαλύτερα απ’ ότι ήταν στην πραγματικότητα. Ήταν γεννημένος το 1920. Ο  Ζαχαρίας ο αδερφός του ήταν γεννημένος το 1907 και πολέμησε κι αυτός το  1940. Ο ίδιος τον έθαψε πρόχειρα. Μας έλεγε πως είναι θαμμένος κάτω από μια αγριογκορτσιά, απέναντι από την Οχρίδα. «Να πάτε να τον φέρετε» μας έλεγε. Η γιαγιά μου η Ζωή κάθε βράδυ έβλεπε στον ύπνο της ότι «στόλιζε τα κόκκαλα». Λένε πως οι Βορειοηπειρώτες μάζεψαν τα οστά κι έκαμαν ένα κοιμητήριο, έκαμαν κι έναν  σταυρό από ξύλο. Μπορεί να τον βρήκαν…

Βογατσιώτες που πήραν μέρος στον πόλεμο του 1940 (φωτογραφία από εφημερίδα το Βογατσικό, αριθ φύλλου 104)
από αριστερά: 1ος Χρυσόστομος Ρίζος
                        2ος Κλεάνθης Τζαβέλλας
                        3ος Χρυσόστομος Σιδέρης
                        4ος Κωνσταντίνος Τακαντζιάς
                        5ος θωμάς Γαλιλαίος
                        6ος Γεώργιος Σλημιστινός

Έχουν περάσει 75 χρόνια από τον πόλεμο του 1940. Οι παππούδες και οι πατεράδες μας που πήραν μέρος σ’ αυτόν έχουν φύγει πια και δεν  τους έχουμε δίπλα μας για να μας υπενθυμίζουν τις θυσίες, τις κακουχίες, τις αγωνίες, τη θλίψη και τις χαρές τους. Γνωρίζουμε όμως πως τη λευτεριά τους δεν τη ζητιανέψανε! Και πως το «ΟΧΙ» το  ‘καναν γιορτή! Και μάλιστα έβαλαν πριν απ’ αυτό τη λέξη ΖΗΤΩ!


ΠΗΓΕΣ:
Δυτικομακεδόνες που θυσιάστηκαν στον ΕΛΛΗΝΟΪΤΑΛΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΟΓΕΡΜΑΝΙΚΟ ΠΟΛΕΜΟ 1940- 1941, Νικολάου Κων. Δεληγιάννη, Υποστρ. μηχ. ε.α. 
Θεσ/νίκη, 1996
Το ΕΠΟΣ ΤΟΥ 1940- 1941 (Ημερολόγιο Δεκανέως Αριστείδη Μαυροβίτου), Ιωάννη Τόλιου, Υποστρ. ε.α., ΚΑΔΜΟΣ, 
Θεσ/νίκη 2010
Το Βογατσικόν , Ανδρέου Δ. Κορομήλη
Θεσ/νίκη 1972
Εφημερίδα "το Βογατσικό", αριθ. φύλλου 104, Ιούλιος 1998- Δεκέμβριος 1998
Εφημερίδα "το Βογατσικό", αριθ. φύλλου 78, Σεπτέμβριος- Οκτώβριος 1991
Φωτογραφίες από:
αρχείο Κων. Βράκα, Ειρήνης Μπλιάγκα, Σουλτάνας Κίτσιου, Σταύρου Σλημιστινού, Ελένης Δόβα, Θωμαής Ρίζου, Κωνσταντίνου Σιδέρη

Ευχαριστίες:
Μαρία Παπαϊωάννου (τεχνική υποστήριξη)
Ελένη Μπλιάγκα (επιμέλεια φωτογραφιών)
Σουλτάνα Κίτσιου (πληροφορίες)

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2015

ΜΗΛΑ ΚΑΙ ΧΡΥΣΑ ΠΕΠΟΝΙΑ

Still Life with Melons, Grapes   1864- George Hetzel

Όλοι είμαστε λίγο-πολύ συλλέκτες. Έτσι κι εγώ. Είμαι συλλέκτης εποχών, γεύσεων, χρωμάτων, ήχων, αναμνήσεων και ιδανικών στιγμών. Έχω ένα μικρό μουσείο με έμψυχα και άψυχα.  Τα 'χω φυλαγμένα σε κουτιά διαφόρων μεγεθών, σε βαζάκια, σε μπουκάλια, σε μικρά κλουβιά και μερικά απ΄ αυτά σε ένα μέρος του μυαλού μου. Τα ξεσκονίζω που και που, γιατί η αξία των αναμνήσεων δεν ιεραρχείται με τη σκόνη. Ποιος είναι ο θησαυρός μου;
Χρυσοκόκκινα υγρά φύλλα του Φθινοπώρου και σταφύλια ώριμα. Ρόδια κόκκινα με ρουμπινένιους σπόρους. Μυρωδιά φρεσκοκομμένου ξύλου και καπνός στα τζάκια. Κομμένοι κορμοί στρογγυλοί, μαρτυρούν το πέρασμα δεκάδων χρόνων. Μικρά πούπουλα από σπουργίτια. Μια αλεπουδίτσα τόσο μικρή και τόσο κόκκινη. Οργισμένες στάλες βροχής. Χαλβάς με καρύδια και φέτες λεμόνι στο σιρόπι, κάθε Φεβρουάριο στα γενέθλιά μου. Κουραμπιέδες και πορτοκάλια Άρτας τα Χριστούγεννα.
Φρέσκο-ψημένα ψωμιά  και τυρόπιτα στο τηγάνι. Μήλα και χρυσά πεπόνια. Τις τρομαγμένες κότες στον ορνιθώνα. Μισό τσιγάρο «Έθνος» άφιλτρο στα κρυφά στο μποστάνι. Τηγανητές μελιτζάνες τον Ιούλιο και μετά μια ξαφνική νεροποντή. Σαλιγκάρια ξεθαρρεμένα  με τις μαλακές κεραίες τους κάνουν επιδρομή στα χαμομήλια. Βραδυκίνητες χελώνες στην εξοχή.
Μικρά αστεράκια τον Αύγουστο πέφτουν σε πορεία τοξωτή. Μικροί δορυφόροι που δεν μπορώ να τους ξεχωρίσω  απ’  τ’  αστέρια. Η Αφροδίτη μόνον φεγγίζει όλο το χρόνο πολύ κοντά στο φεγγάρι με την σαν από φλούδα πορτοκαλιού όψη. Τα φιδάκια κρύβονται κάτω απ΄ τις  πέτρες τα καυτά μεσημέρια, και τα χόρτα μυρίζουν  ταυτόχρονα σαν κάτι καμένο και δροσερό μαζί.
Τον Χειμώνα ο γερόλυκος κατεβαίνει πολύ κοντά στο χωριό. Εγώ τον ακούω κάτω  απ΄ τη φλοκάτη και τον λυπάμαι. Σκέφτομαι πως κρυώνει, πεινάει και είναι τόσο μόνος! Στο μπαλκόνι η φωλιά των χελιδονιών μοιάζει με το ζυμάρι της μηλόπιτας περασμένο στον τρίφτη.
Μέσα στο συρτάρι σ΄ ένα κουτί από λουκούμια κοιμούνται τα πρώτα μου μαλλιά, στο χρώμα του μελιού. Σκουφάκια, παιδικά παλτό, φόρεμα από κόκκινο βελούδο η πράσινη τσόχα, ένα μικροσκοπικό ζιπουνάκι, ένα μαξιλάρι. Φιλοξενούνται σε ένα κουτί τουλάχιστον τριάντα χρόνων. «Κατεψυγμένα κρέατα Αργεντινής» γράφει  απ’  έξω. Θα περίμενε κανείς ανοίγοντάς  το να δει παϊδάκια αρνίσια φερμένα  απ’ τη μακρινή χώρα.
Σε άλλο κουτί στρογγυλό αυτή τη φορά, φωτογραφίες. Εγώ με λίγα μαλλιά κι αλλού με περισσότερα. Η αδερφή μου με τα παπούτσια φορεμένα ανάποδα. Εγώ γελώ και μου λείπει ένα δόντι. Εγώ λέω ποίημα ή παίζω σε «σκετς». Είμαι η Μόρφω και έχω αδερφό τον Κωνσταντή. Μπαίνω στη σκηνή και λέω έντρομη: «Καπεταναίοι βιαστείτε τον πιάσανε!» -«Τι λες ωρέ Μόρφω!» κι εγώ τραυλίζοντας «ε… ε… εκείνον τον Κωνσταντή».
Οι φωτογραφίες αποτυπώνουν μόνον τη χαρά λες και η ζωή είναι ένα διαρκές πανηγύρι.
Έτσι κάθε φορά που έρχομαι στο σπίτι αναζητώ τη χαρά των παιδικών χρόνων. Η χαρά και η ευχαρίστηση είναι η κατευθυντήρια δύναμη του συλλέκτη. Ο χρυσός κανόνας.
Όταν φεύγω πάλι, βάζω σημάδια στο δρόμο. Σκορπίζω ψίχουλα και σπόρους, σαν τον κοντορεβιθούλη (ή δεν θυμάμαι τέλος πάντων ποιος ήταν ο  ήρωας του παραμυθιού). Πολύ γρήγορα όμως τα παίρνει ο αέρας και χάνονται. Την άλλη φορά λέω να βάλω άλλα «σημάδια». Τις λεύκες ίσως, δεξιά κι αριστερά του καινούριου δρόμου και τα μικρά ξωκλήσια. Τα πεύκα και την βρύση και ότι έχει απομείνει  απ΄ τα νερά του Αλιάκμονα.



Το παραπάνω κείμενο έχει δημοσιευτεί στην εφημερίδα  « το Βογατσικό»,  Αρ. φύλλου 104, ΙΟΥΛΙΟΣ-ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1998.

Σάββατο 1 Αυγούστου 2015

Η ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ ΣΤΟ ΒΟΓΑΤΣΙΚΟ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ 20ΟΥ ΑΙΩΝΑ

Η ιστορία της μετανάστευσης στην Ελλάδα είναι τόσο παλιά όσο και η ίδια η ιστορία της. Από την κάθοδο των Δωριέων και τη μετακίνηση των φυλών στα παράλια της Μ. Ασίας έως σήμερα ο Έλληνας ταξίδευε είτε για λόγους οικονομικούς, για την ανάπτυξη εμπορικών σχέσεων, για την αναζήτηση καλύτερης τύχης, για καλύτερες συνθήκες ζωής, είτε εξαναγκαζόταν λόγω των πολέμων και των εθνικών καταστροφών. Η περιέργεια και η αγάπη για την περιπέτεια συμπληρώνει τους λόγους για τους οποίους οι Έλληνες διέσχιζαν τις θάλασσες  σ’όλο τον κόσμο. Οι κάτοικοι της Δυτ. Μακεδονίας στους πέντε αιώνες της Οθωμανικής σκλαβιάς εκμεταλλεύτηκαν κάθε ευκαιρία και συνθήκη που τους επέτρεπε να μετακινηθούν σε πλούσιες πόλεις της Ευρώπης, στα Βαλκάνια, σε παραθαλάσσιες πόλεις της Μαύρης Θάλασσας, στις Παραδουνάβιες ηγεμονίες,  στα Δυτικοευρωπαϊκά κέντρα.
Η Καστοριά έως τα τέλη του 1912 αποτελούσε τουρκικό έδαφος. Οι αυθαιρεσίες των τουρκικών αποσπασμάτων σε βάρος του υπόδουλου ελληνισμού αποτελούσαν καθημερινό φαινόμενο και η αναρχία που επικρατούσε στην περιοχή εμπόδιζε την ανάπτυξη της βιοτεχνίας και του εμπορίου. Έως τις αρχές του 20ου   υπάρχει έντονο το φαινόμενο της τρομοκρατίας με τη ληστεία ιδιαίτερα στα μέρη  της Δυτ. Μακεδονίας   να «έχει καταντήσει ενδημική ασθένεια». Η λύση για τους φτωχούς αγρότες  αλλά και τους αστούς ήταν να φύγουν σε άλλους τόπους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας  ιδιαίτερα στην Κωνσταντινούπολη και στη Θεσσαλονίκη όπου άκμασαν παροικίες των Δυτικομακεδόνων. 
Επιπλέον, βαριά ήταν η φορολογία και το φτωχό έδαφος, οι σοδειές του οποίου δεν επαρκούσαν για να καλύψουν τις ανάγκες του πληθυσμού έκανε επιτακτική την ανάγκη για φυγή. Επίσης, η εξευτελιστική ήτα των Ελλήνων από τους Τούρκους το 1897,(ο ακήρυχτος πόλεμος των τριάντα ημερών) η προηγούμενη χρεοκοπία του 1893,(επί πρωθυπουργίας του Τρικούπη), η ταραγμένη περίοδος του Μακεδονικού Αγώνα 1904-1908, οι δύο Βαλκανικοί 1912-13, ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και η Μικρασιατική καταστροφή με το συνεπακόλουθο της εισροής των προσφύγων  αποτελούν τους λόγους για τους οποίους η μετανάστευση αποτελεί το μοναδικό τρόπο διαφυγής από τη ζοφερή κατάσταση.
Η κάρτα έχει αποσταλεί στο Βογατσικό στις 1.1.1911 από τον κ. Τοζίδη εκ Κωνσταντινουπόλεως

Οι περισσότεροι απ’ αυτούς που αποδημούσαν στην Κωνσταντινούπολη επαγγέλονταν τους «μαστόρους» δηλαδή τους κτίστες και τους ξυλουργούς. «Εκεί οι Βογατσιώτες μαζί με τη «μαστουράντζα» των Ζουπανίων δούλευαν στα σεράγια των πασάδων και των μπέηδων και σε διάφορα άλλα έργα οικοδομικής». Οι ελληνικές κοινότητες στην Κωνσταντινούπολη πριν το 1922 έλεγχαν το 50% του υπενδεδυμένου στη βιομηχανία κεφαλαίου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το 60%  των θέσεων εργασίας στους μεταποιητικούς κλάδους και το 1914 το 46% από τους ιδιοκτήτες τραπεζών και τραπεζίτες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν Έλληνες. Στη Θεσσαλονίκη οι Βογατσιώτες ίδρυσαν το Σύνδεσμο των αποδημούντων Βογατσιωτών με την επωνυμία «Ο Άγιος Κωνσταντίνος».   Στις 30 Νοεμβρίου του 1921 στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο Αναγνωρισμένων Σωματείων με αύξοντα αριθμό 316.

Ύστερα από την παρακμή των ελληνικών κοινοτήτων στα τέλη του 19ου αι. στην Ευρώπη παρατηρείται ζωηρό μεταναστευτικό ρεύμα με σημαντικότερο αποδέκτη αυτή τη φορά την Αμερική. Στην εικοσαετία 1900-1920 η Ελλάδα σ’ ένα μεταναστευτικό πυρετό χάνει το 8% του πληθυσμού της. Εκείνο το χρονικό διάστημα αρκετοί κάτοικοι του Βογατσικού μεταναστεύουν για να  αναζητήσουν καλύτερες συνθήκες ζωής .
 Από τα αρχαία χρόνια το πιο ασφαλές μέσο για να ταξιδέψει κανείς ήταν το πλοίο. Και για να ταξιδέψει όλο αυτό το πλήθος προς την Αμερική κατασκευάστηκαν τα υπερωκεάνια, τα γνωστά ως «μεταναστευτικά ποντοπόρα πλοία»  τα οποία  συνδέθηκαν με το φαινόμενο της αποδημίας. Έτσι  κάνουν την εμφάνισή τους τα πρώτα καράβια ειδικά διαμορφωμένα για να φιλοξενούν εκατοντάδες κόσμου, χωρίς μεγάλους χώρους αναψυχής. Τα πλοία «Μωραΐτης» και «Αθήναι» είναι τα πρώτα που ταξιδεύουν προς την Αμερική από την εταιρεία των Μωραΐτη  και Παν. Βαλλιάνου. Μετά την πτώχευση της  εταιρείας αυτής  εμφανίζεται η «Εθνική Ατμοπλοΐα Ελλάδος» των αδερφών Εμπειρίκων. Η εταιρεία αυτή διαθέτει τα πλοία: «Πατρίς», «Μακεδονία», «Ιωάννινα», «Θεσσαλονίκη», «Βασιλεύς Κωνσταντίνος» το μετέπειτα «Μεγάλη Ελλάς» και «Βύρων». Με τα καράβια αυτά ταξίδεψαν εκατομμύρια  κόσμου, κυρίως άντρες, σ’ ένα ταξίδι που διαρκούσε 20 με 22 ημέρες κάτω από «φριχτές» συνθήκες. Τα εκατοντάδες πρακτορεία των μεταναστευτικών γραφείων και των ατμοπλοϊκών εταιρειών που υπήρχαν παρουσίαζαν την Αμερική ως τη χώρα της επαγγελίας, μια χώρα με ευημερία και πλούτο.

Το Πατρίς ΙΙ, το πλοίο των Εμπειρίκων ναυπηγήθηκε στη Μ. Βρετανία το 1926, για λογαριασμό της Εθνικής Ατμοπλοΐας της Ελλάδας. Ταξίδεψε κυρίως στη Μεσόγειο, στη γραμμή Μασσαλίας- Πειραιώς- Αλεξανδρείας, μέχρι το 1940, οπότε πουλήθηκε σε Σουηδούς.

Οι περισσότερες από τις πληροφορίες που έχουμε σχετικά με τους μετανάστες από το Βογατσικό προς την Αμερική (στις αρχές του 20ουαι.) προέρχονται από ιστοσελίδες στο διαδίκτυο, από φωτογραφικό υλικό και κάποιες ενθυμήσεις συγγενών  των μεταναστών. Ύστερα από έρευνα λοιπόν, αποδείχτηκε πως ο Ιωάννης Νάντσιος γραμμένος στη λίστα των αφιχθέντων στο Έλλις Άϊλαντ ως  (Natzou Ioannis)  ταξίδεψε με το πλοίο «Πατρίς»  το 1910 και κατέφθασε στο λιμάνι της Ν. Υόρκης στις 28 Αυγούστου του 1910.
                Ιωάννης Νάντσιος                        Ιωάννης Μπάγγος
 Ο γνωστός μπαρμπαγιάννης που έφτιαχνε τα περίφημα «μπιμπλιά», σ΄εκείνο το ταξίδι συνόδευε τον δεκατετράχρονο? Νικόλα ( ανεψιό η μικρό αδερφό). Ήταν ήδη παντρεμένος με τη Βγένα η οποία δεν μπορούσε να ταξιδέψει στην Αμερική καθώς παρουσίαζε πρόβλημα στα μάτια. Στο ίδιο καράβι ταξίδευε και ο Ζήσης Τζήμας (Zisis Tzimou)  όπως και ο Νικόλαος Σαββαρίκας (Nicolaos Savarikas). Οι παραπάνω έφυγαν δύο χρόνια πριν την απελευθέρωση του χωριού και της Καστοριάς το Νοέμβριο του 1912.Όσο αυτοί βρίσκονταν στην Αμερική το χωριό κάηκε από τους Τούρκους δύο φορές. Την πρώτη στις 15/ 10/12 όπου οι Τούρκοι πυρπόλησαν 60 σπίτια γιατί είχαν αντιληφθεί την παρουσία ανταρτών στο Βογατσικό και τη δεύτερη στις 29/10/12 έκαψαν άλλα 90 σπίτια στο ήδη πυρπολημένο Βογατσικό. Την πρώτη φορά τα γυναικόπαιδα κατέφυγαν στη Βλάστη για να σωθούν, τη δεύτερη στη Σιάτιστα. (Εφημ. Το Βογατσικό Ιανουάριος 2014). Ο Γιάννης Νάντσιος συνάντησε στην Αμερική τον κουνιάδο του Ιωάννη Μπάγγο, εγκαταστημένο στο Μόντρεαλ του Καναδά,  ο οποίος του εξασφάλισε κατάλυμα και εργασία. (πιθανότατα στον τομέα της ζαχαροπλαστικής).  
                           

Καθιστός 1ος από αριστερά: Ιωάννης Νάντσιος
Όρθιος 1ος από δεξιά: Ιωάννης Μπάγγος
Δεν έμεινε πολλά χρόνια στην Αμερική καθώς η κάρτα με τη φωτογραφία του Γιάννη Μπάγγου που αποστέλλεται με ημερομηνία 1915 τον βρίσκει στο Βογατσικό. 
Ένας άλλος συγχωριανός μας, ο Αθανάσιος Σαββαρίκας (Athanasios Savarikas) πήρε το πλοίο «Αθήναι» από τη Θεσσαλονίκη και έφτασε στη Ν. Υόρκη στις 23/11/1909. Επέστρεψε όμως κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων. Πήρε μέρος στη μάχη του Μπιζανίου και ευτύχησε στη συνέχεια να ζήσει στην ελεύθερη πατρίδα του, το Βογατσικό. Ο Δημήτριος Κορομήλης (Demetri Coromilis), υπήρξε άλλος ένας Βογατσιώτης που έφθασε στην Αμερική  στις 19 Σεπτεμβρίου 1907 με το πλοίο “Princess Irene”. Σύμφωνα με πληροφορίες που προέρχονται από το βιβλίο του Ανδρέα Δ. Κορομήλη «Το Βογατσικόν», ο Δημήτριος Κορομήλης εργάζονταν σε εργοστάσιο παραγωγής τσιμέντων. Με την έναρξη των Βαλκανικών Πολέμων επέστρεψε στον Πειραιά με πολλούς άλλους, για να συμμετάσχει στον αγώνα. « Οι νεότεροι στέλνονται στο Μέτωπο, οι δε μεγαλύτεροι στην ηλικία κρατούνται σε βοηθητικές υπηρεσίες. Έτσι, βλέπουμε τον Κορομήλη με το γκρα στο χέρι, να φυλάει σκοπός  στο στρατόπεδο   όπου είναι συγκεντρωμένοι οι παραδοθέντες Τούρκοι της φρουράς Θεσσαλονίκης».
Και άλλες αφίξεις στην  Αμερική
Πολλές γυναίκες δεν ταξίδευαν για την Αμερική αλλά η πρώτη γυναίκα  από το Βογατσικό που καταχωρήθηκε στις λίστες των αφιχθέντων στο Έλλις Άιλαντ ήταν η κ. Πανταζή. Επίσης υπάρχουν στοιχεία για τις Αγλαΐα Τσιμπουκά και την κόρη της Βενετία. Έφτασαν στη Ν. Υόρκη στις 7 Φεβρουαρίου του 1922, με το πλοίο «Μεγάλη Ελλάς». Ο Δήμος Τσιμπουκάς σύζυγος της Αγλαίας, είχε φτάσει λίγα χρόνια νωρίτερα και άνοιξε εστιατόριο. Οι Χρήστος Γαϊτάνος και ο Ανδρέας Δραγούμης πιθανότατα ξεκίνησαν από τα λιμάνια της Κωνσταντινούπολης και της Λίβερπουλ αντίστοιχα. Ο πρώτος έφτασε στις 17/09/12 και ο δεύτερος στις 07/02/14. Ο Αθανάσιος Μήκας έφτασε στην Αμερική στις 02/06/20. Ξεκίνησε από το λιμάνι της Πάτρας με το πλοίο «Susquehanna». Ο Γεώργιος Μαλέτσκας ξεκίνησε από την Κωνσταντινούπολη, επιβιβάστηκε στο πλοίο «Θεμιστοκλής» στο λιμάνι του Πειραιά και κατέφθασε στο λιμάνι της Ν. Υόρκης στις 13/11/1911. Να σημειώσουμε πως τους χειμερινούς μήνες στη διάρκεια του ταξιδιού οι επιβάτες της Γ’ θέσης υπέφεραν εκτός των άλλων και από τα μεγάλα κύματα που κατέβρεχαν το κατάστρωμα. Στο «Βασιλεύς Κωνσταντίνος» επιβιβάστηκε ο Αθανάσιος Τσιτσιπάτης από τον Πειραιά και έφτασε στην Αμερική στις 23/04/1916.Ο συμπατριώτης του Παντελής Ζώνας έφτασε στην Αμερική στις 29/11/1916  με το πλοίο sunguglielmo. Ο Ανδρέας Ραββίνας (Andreas Ravinaz) στην ηλικία των είκοσι κατέφτασε στην Αμερική με το πλοίο «Oceania», ενώ οι Αθανάσιος Πορταφίκας και ο Τσιούρκας Δημήτριος έφτασαν στην Αμερική το 1914 με το πλοίο «Θεμιστοκλής». Ο Μπάγγος Δημήτριος ταξίδεψε με το «Μεγάλη Ελλάς» το 1920 και στη λίστα των αφιχθέντων  αναγράφεται ως δωδεκάχρονος. Δεν γνωρίζω εάν  με κάποιον ενήλικα η αυτή η ηλικία ήταν η πραγματική(γιατί απ’ ότι διαπίστωσα οι ηλικίες που αναγράφονται στη λίστα δεν ανταποκρίνονται στην πραγματική ηλικία)αλλά υπάρχει η πληροφορία πως και τα μικρά παιδιά δούλευαν σε εργοστάσια από τα χαράματα μέχρι το βράδυ, κι όταν τέλειωναν τη δουλειά καθάριζαν και το εργοστάσιο.
 Ο Μηνάς Βράκας  αποβιβάστηκε στο Έλλις Άιλαντ  στις 13/05/25. Ο γνωστός «μπαρμπα-Μηνάς» κατά  την επιστροφή του στο χωριό έφερε και την πρώτη βιντεοκάμερα με την οποία κατέγραψε κατά τη δεκαετία του εβδομήντα  κυρίως, όλες τις σχολικές παρελάσεις, τις καταθέσεις στεφάνων και τις γυμναστικές επιδείξεις.

Όρθιοι: 1ος αριστερά, ο Μηνάς Βράκας
Καθιστοί: 1ος αριστερά, ο Χρήστος Γαϊτάνης, 2ος: Παντελής Ζώνας
Μπάφαλο, ΗΠΑ, 1925
Οι Βογατσιώτες  στην Αμερική εγκαταστάθηκαν είτε στο Μόντρεαλ του Καναδά, είτε στο Μπάφαλο της Ν. Υόρκης. Το Μπάφαλο στις αρχές του 20ου αι. ήταν μια πολύβουη πόλη με ξύλινα σπίτια, πολυσύχναστους δρόμους, και πάγκους με φρούτα και λαχανικά δεξιά και αριστερά. Οι περισσότεροι  μετανάστες δούλευαν στην κουραστική και κακοπληρωμένη δουλειά του εργάτη σιδηροδρόμων δούλευαν όμως και σε εργοστάσια αλεύρων, σε στιλβωτήρια παπουτσιών η σε εργοστάσια τυποποίησης τροφίμων. Πολλοί από τους Έλληνες μετανάστες έμειναν εργάτες σε όλη τους τη ζωή εντούτοις γύρω στα 1910 κάνει την εμφάνισή της μια μεσοαστική τάξη και τα επόμενα χρόνια αρκετοί Έλληνες γίνονται ιδιοκτήτες μικροεπιχειρήσεων κυρίως στον τομέα των γλυκισμάτων, των εστιατορίων, στο λιανικό και χονδρικό εμπόριο, στις αίθουσες ψυχαγωγίας σε καθαριστήρια και επιδιορθώσεις παπουτσιών. Είναι η εποχή όπου αρχίζουν οι εμπορικές δραστηριότητες από τους Έλληνες της Αμερικής. Ένας επιτυχημένος Βογατσιώτης  στο Μόντρεαλ ήταν ο Κώστας Τζαβέλλας ο οποίος με υπομονή και εργατικότητα κατάφερε να δημιουργήσει μια μικρή επιχείρηση, το Restaurant «central» με εστιατόριο και μικροεμπόριο τροφίμων, γλυκισμάτων και τσιγάρων. Το εστιατόριο  βρίσκονταν στην οδό Rue st. Georges σε ένα αριστοκρατικό προάστιο στο Μόντρεαλ. Στην επιχείρηση του απασχολούσε και δύο υπαλλήλους. Ο Κων/νος Τζαβέλλας επέστρεψε στα τέλη της δεκαετίας του είκοσι και με την φωτογραφική του μηχανή απαθανάτισε πολλές εικόνες από τη ζωή της υπαίθρου και τα φυσικά τοπία του Βογατσικού.
Εστιατόριο "Central", Rue st. Georges, Montreal
Η υποδοχή που επιφύλαξε ο γηγενής πληθυσμός προς τους αφιχθέντες μετανάστες δεν ήταν ιδιαίτερα φιλική. Τους αντιμετώπιζαν με καχυποψία και  πίστευαν πως «οι ξένοι ήρθαν να τους πάρουν τις δουλειές τους». Οι Έλληνες για να ανταπεξέλθουν στις δυσκολίες της ζωής και την εχθρική συμπεριφορά δημιούργησαν κοινότητες. Ίδρυσαν Λέσχες, Αδελφότητες, Συνδέσμους,  Συλλόγους.
Η φωτογραφία του 1925. Πρόκειται για:
Καθισμένοι από αριστερά: 1ος Ζήσης Τζήμας, 2ος Χρήστος Γαϊτάνης, 3ος..., 4η Κ. Πανταζή, 5ος........., 6ος Χρήστος Δαγκλές
Μεσαίοι από αριστερά: Δημήτρης Κατσές, Ανδρέας Δραγούμης, Νίκος Σαββαρίκας, Θαν. Πορταφίκας, Μηνάς Βράκας, Κώστας Τζήμας
Πάνω όρθιοι από αριστερά:
Παντελής Ζώνας, Ανδρέας Ραββίνας, Κώστας Σιμώτας του Αθαν. (Γκαντίνας), Γιώργος Μαλέτσκας
 Μ’ αυτό τον τρόπο ενίσχυσαν τους μεταξύ δεσμούς τους, έρχονταν σε επαφή με ομοεθνείς και συγχωριανούς, αντάλλασσαν  τα νέα από την πατρίδα  και ήταν ο μοναδικός τρόπος για κοινωνική συναναστροφή από τη στιγμή μάλιστα που οι περισσότεροι δε γνώριζαν την αγγλική γλώσσα.  Την 1η Ιουλίου του 1918 στο Μόντρεαλ του Καναδά, οι Βογατσιώτες ίδρυσαν την Αδελφότητα «Η Πρόοδος». Στο καταστατικό  της «Αδελφότητας» υπογράφουν οι: Απόστολος Μήκας πρόεδρος, αντιπρόεδρος ο Τριαντάφυλλος Κορομήλης, Ταμίας και γραμματέας ο Αγαθοκλής Αθαν. Πανταζίδης και οι Σύμβουλοι: Κωνσταντίνος Καρακάσης, Δημήτριος Τσιμπουκάς, Δημήτριος Σαββαρίκας και Κωνσταντίνος Κουκουβέλης.  Το 12ο άρθρο του καταστατικού αφορά στην ανακήρυξη  δωρητών και ευεργετών ανάλογα με την οικονομική συνεισφορά του καθενός.  Τα χρήματα που συγκεντρώνονταν τα έστελναν στη γενέτειρά τους, για τις ανάγκες των σχολείων και των εκκλησιών.  Οι πρώτοι  Έλληνες στην Αμερική βοηθούσαν τους νεοφερμένους και τους έβρισκαν απασχόληση ή τους προσλάμβαναν στις μικρές επιχειρήσεις τους. Συγκεντρώνονταν στις γιορτές κυρίως και πότε-πότε έβγαιναν και κάποιες φωτογραφίες τις οποίες έστελναν στο χωριό. Καλοντυμένοι και χαμογελαστοί, καθισμένοι σε περίτεχνα καθίσματα συντηρούσαν την εικόνα της Αμερικής ως την ονειρεμένη χώρα των ευκαιριών.

Μετανάστες Βογατσιώτες στις διακοπές τους στο Βογατσικό

Δήμος Τζαβέλλας  διήγηση 19/07/2015
Ο πατέρας μου Κωνσταντίνος Τζαβέλλας ήταν γεννηθείς το 1883. Έφυγε για την Αμερική το 1906 μαζί με μια μεγάλη ομάδα Βογατσιωτών, ήταν γύρω στα 14 άτομα. Νωρίτερα είχαν πάρει ειδική άδεια από ανώτερο αξιωματικό της Τουρκικής Ταξιαρχίας που είχε έδρα στη Λειψίστα (Νεάπολη). Αφού πήραν την άδεια και μια "βελεντζοπούλα" στη μασχάλη ο καθένας, με το «τραινάκι» έφτασαν στην Καρδίτσα και μετά στην Αθήνα όπου συνάντησαν τον Στέφανο Δραγούμη. Εκείνος τους διευκόλυνε για να πάρουν ένα καράβι από την Πάτρα, και μέσω Ιταλίας να φτάσουν  στον τελικό προορισμό τους τη Ν. Υόρκη. Ο πατέρας μου ποτέ δεν μας διηγήθηκε για τις δυσκολίες που πέρασε παρά μόνο μιλούσε για τα ευχάριστα. Για τις ιατρικές εξετάσεις στις οποίες υποβάλλονταν με την άφιξή τους, μου είχε διηγηθεί πως  σε ένα μέλος της παρέας ο γιατρός είχε γράψει με την κιμωλία έναν σταυρό στην πλάτη. Εκείνος με τη βελεντζοπούλα στην πλάτη, πήγε-ήρθε, πήγε-ήρθε, τον έσβησε το σταυρό.
Μόλις έφτασε στο Μόντρεαλ με την παρέα πάντα, έπιασαν δουλειά στους σιδηρόδρομους. Έπαιρναν κομμάτια ράγες και τις συναρμολογούσαν. Τρεις μέρες όλες κι όλες. Την  Τρίτη μέρα  άρχισαν τα «κύριι ιλέησον-κύριι ιλέησον» να βρεξ καμιά βρουχή να ξεκουραστούν. Στο Μόντρεαλ Βρήκε τους αδερφούς Μήκα (τον Αποστόλη, τον Νίκο κι έναν ακόμη), "Κυριμαίους" τους λέγαμε. Αυτοί είχαν εστιατόριο εκεί κι ο μπαμπάς μου είχε την εμπειρία από μαγειρική καθώς δούλευε με τον παππού μου στο εστιατόριο του τελευταίου στην Καστοριά. Εκεί είχε εμπλουτίσει τον κατάλογο με τα φαγητά καθώς είχε μάθει από τον πατέρα του εξαιρετικές συνταγές από  την ευρωπαϊκή και ανατολίτικη κουζίνα. "Εδώ θα χρειαστεί να κάνω μια παρένθεση και να σας πω για τον παππού μου το Δήμο Τζαβέλλα. Ο παππούς μου έζησε στην Κωνσταντινούπολη στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και εργάστηκε στο Ξενοδοχείο «Κατιλιάν» . Το «Κατιλιάν» μαζί με το «Πέρα Παλλάς» ήταν από τα πιο αριστοκρατικά όπου έτρωγαν Ευρωπαίοι και ανώτεροι αξιωματικοί. Ο παππούς έμαθε εκεί υψηλή μαγειρική. Όταν επέστρεψε στο χωριό, παντρεύτηκε και άνοιξε ένα εστιατόριο στην Καστοριά. Οι πελάτες του κι εκεί ήταν στρατιωτικοί Τούρκοι οι οποίοι έμεναν πολύ ικανοποιημένοι κι έλεγαν «μόνο στο Κατιλιάν φάγαμε τέτοια φαγητά». Όταν μεγάλωσαν λίγο τα παιδιά του ο Κώστας και ο Χρήστος, τους πήρε στο μαγαζί και τους έμαθε όλα τα μυστικά της δουλειάς του. Το μαγαζί πήγαινε πολύ καλά αλλά το 1903 με το κίνημα του Ίλιντεν ήρθαν οι Βούλγαροι στην Καστοριά και στο πέρασμα τους κατέστρεψαν τα πάντα. Ο παππούς με τον πατέρα μου και με το θείο μου φιλοξενήθηκαν σε ένα σπίτι στο Ντολτσό για τη νύχτα και την άλλη μέρα πέρασαν με βάρκα στο Δισπηλιό απ΄ όπου έφτασαν στο  χωριό. Λίγες μέρες μετά όταν πήγαν στο μαγαζί δεν υπήρχε τίποτα. Είχαν ρημάξει τα πάντα. Δεν βρήκαν ούτε ένα κουτάλι. Ο παππούς μου απογοητεύτηκε, γρήγορα πέθανε. Ο Χρήστος παντρεύτηκε, μεγάλη φτώχεια, ο μπαμπάς μου αποφασίζει να φύγει Αμερική το 1906".
Το πρώτο που έκανε μόλις έφτασε στο Μόντρεαλ ήταν να μάθει τη γλώσσα. Και την αγγλική και τη γαλλική, γραφή και ανάγνωση. Δε θα μπορούσε να επιβιώσει διαφορετικά.
Το εστιατόριο «Central» το άνοιξε το 1911 σε ένα αριστοκρατικό προάστιο του Μόντρεαλ. Απέναντι ακριβώς βρίσκονταν η Γαλλική Μητρόπολη, και μόλις τέλειωνε η εκκλησία κάθονταν όλοι στο μαγαζί για γλυκό ή λικέρ (μόνο αυτό επέτρεπαν στην εποχή της ποταπαγόρευσης). Οι πελάτες εκτιμούσαν πολύ τα καλομαγειρεμένα φαγητά αλλά και τα τσιγάρα από εκλεκτές ποικιλίες καπνού. Στο μαγαζί υπήρχε και πιάνο και πολλές πλάκες για το γραμμόφωνο. Οι νεαρές κοπέλες που έκαναν μουσικές σπουδές συχνά έπαιζαν στο πιάνο του μαγαζιού και χόρευαν μάλιστα. Η έξοδος αυτή στο «Central» ήταν μια  καλή ευκαιρία να διασκεδάσουν αλλά και να επιδείξουν τα ταλέντα τους στους νεαρούς αριστοκράτες της περιοχής και να κάνουν τις ανάλογες γνωριμίες. Από κει ο πατέρας μου έγινε εξαιρετικός χορευτής και μου έμαθε κι  εμένα να χορεύω τους λεγόμενους «Ευρωπαϊκούς» χορούς.


Ο ξάδερφός μου ο Δήμος πήγε στο Μόντρεαλ το 1917 και έπιασε δουλειά στο μαγαζί του μπαμπά. Ο μπαμπάς μου επέστρεψε στο χωριό το 1928 μέσω Γαλλίας. Επέστρεψαν μαζί με τον Νίκο Μήκα για να παντρευτούν. Στο Παρίσι έκανε μερικά ψώνια. Πήρε και μια γούνα από τον Σαββαρίκα, «Πακέ» τον λέγαμε εμείς στο χωριό και μερικά ακόμη ψώνια. Με το πλοίο  πρέπει να του ήρθαν οι πλάκες για το γραμμόφωνο και πολλά περιοδικά, τα οποία του τα κατέστρεψαν οι Ιταλοί τον Ιανουάριο του 1942. Παντρεύτηκε τη μητέρα μου Μαλαματή Κούσκουρα το 1930.

Πηγές:
Βιβλιογραφία:
Οι Δυτικομακεδόνες απόδημοι επί τουρκοκρατίας, Απόστολου Ε. Βακαλόπουλου, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1958.


Το Βογατσικόν, (Ιστορία-Λαογραφία) Ανδρέας Δ. Κορομήλης, Σύνδεσμος των εν Θεσσαλονίκη Βογατσιωτών, Θεσσαλονίκη 1972.

Εφημερίδα: Το Βογατσικό, αριθμ. Φύλλου 128 Ιανουάριος 2014.
Ημερολόγιο: Ημερολόγιο 2000, Παλιές συντροφιές Βογατσιωτών,  Νοέμβριος.

Ιστοσελίδες:
Kar.org.gr Η μετανάστευση των Ελλήνων στις ΗΠΑ
Τα Ελληνικά Υπερωκεάνια, Περί Αλός, του Αναστασίου Ι. Τζαμτζή
Ελληνική Μετανάστευση στις ΗΠΑ  (1900-1925) Η ιστοσελίδα του Τσαμαντά Θεσπρωτίας.
New York passenger Arrival Lists (Ellis Island) 1892-1924.
Η Καταστροφή του Ανατολικού Ελληνισμού. Δημήτρης Μαυρίδης

Φωτογραφικό Αρχείο: Μάρθας Μπλιάγκα, Βαΐτσας Βαϊνά

Συνέντευξη: Δήμος Κ. Τζαβέλλας.