Τρίτη, 26 Απριλίου 2016

Η ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΟ ΒΟΓΑΤΣΙΚΟ 1943

ΤΟ ΕΠΙΤΕΛΕΙΟ ΤΗΣ 9ης ΜΕΡΑΡΧΙΑΣ ΤΟΥ Ε.Λ.Α.Σ. 1943

Ο πρώτος όρθιος από δεξιά είναι ο Δημήτριος Σαρακατσάνης (Γερμανός ή Μακεδόνας) από το Βογατσικό. (Βογατσικό 1910- Μπούλκες 1981). Ήταν ο πρώτος αντάρτης στον Όλυμπο και δημιούργησε την πρώτη ομάδα ανταρτών στην περιοχή των Τεμπών στις 15/05/ 1942. Ήταν καπετάνιος στο 27ο Σύνταγμα της 9ης Μεραρχίας. Στην ομάδα αυτή συμμετείχε και ο Γιώργος Καλδής επίσης απ' το Βογατσικό. (αρχείο Βαγγέλη Σαρακατσάνη)

Στη  Δυτ. Μακεδονία η παρουσία των ανταρτών έγινε ιδιαίτερα αισθητή τον Μάρτιο του 1943, όταν συνέλαβαν αιχμάλωτο ένα τάγμα Ιταλών κοντά στη Σιάτιστα, στο δρόμο που οδηγεί από τα Σέρβια προς την Καστοριά. Στόχος των Ιταλών ήταν να εξουδετερώσουν ανταρτικές ομάδες, οι οποίες έκαναν την εμφάνισή τους στην επαρχία Βοΐου την ίδια περίπου εποχή. Οι πρώτες ένοπλες ομάδες σχηματίστηκαν στα νοτιοδυτικά ορεινά της περιοχής προς τα τέλη του 1942 και στις αρχές του 1943. Οι ομάδες αυτές ήταν ολιγομελείς, ομάδες παρανόμων με παραδοσιακή οργάνωση,  ο οπλισμός των οποίων  προέρχονταν από τους προηγούμενους πολέμους και αποτέλεσαν τον βασικό πυρήνα του ΕΛΑΣ στην περιοχή. Σύμφωνα με βάσιμες πληροφορίες αρκετοί απ΄αυτούς ήταν κομμουνιστές των Γρεβενών του Βοΐου και της Καστοριάς οι οποίοι κατέφυγαν στα βουνά για να αποφύγουν τη σύλληψη από το «Τάγμα Ερεύνης» των Ιταλών που είχε στη διάθεσή του  τους φακέλους των αστυνομικών αρχών της περιοχής.  Από τα νοτιοδυτικά το ΕΑΜ προώθησε τις ένοπλες ομάδες προς το  βορρά με δύο κατευθύνσεις, στο Βόιο και στο μεσαίο ορεινό συγκρότημα γύρω από τη Σιάτιστα. Οι αντάρτες του ΕΑΜ αφόπλιζαν τους χωροφύλακες που αρνούνταν να τους ακολουθήσουν, απέλυαν τους κοινοτικούς άρχοντες και διόριζαν μέλη του ΕΑΜ ή ανθρώπους της  εμπιστοσύνης των τοπικών στελεχών του ΕΑΜ. Η αντίδραση των ιταλικών αρχών ήταν να εκδώσουν διαταγή σύμφωνα με την οποία όλοι οι σταθμοί χωροφυλακής είχαν την υποχρέωση να παραδώσουν τον οπλισμό τους στις πλησιέστερες κωμοπόλεις όπου υπήρχαν ιταλικές φρουρές έως τις 4 Φεβρουαρίου. Αρκετοί χωροφύλακες προσχώρησαν στο ΕΑΜ από το φόβο της σύλληψης τους από τους Ιταλούς, καθώς δεν έσπευσαν να αφοπλίσουν τους ένοπλους μόλις εμφανίστηκαν στην περιοχή. Επίσης αρκετοί ήταν και οι μόνιμοι και έφεδροι αξιωματικοί που κατέφυγαν στα ορεινά.Δύο δραστήρια τοπικά στελέχη του ΕΑΜ, οι οποίοι αποτέλεσαν τους κινητήριους μοχλούς των πρώτων κινήσεων ήταν ο Ευστράτιος Κέντρος ή Σλομπόντας από τη Φλώρινα και ο Αριστοτέλης Χουτούρας ή Αρριανός από τη Λευκοθέα (Χουτούρ) Βοΐου. Το Βογατσικό ανήκε στην περιοχή επιρροής του Αρριανού.

Από αριστερά:
1ος Ηλίας Παπαδημητρίου (Λιάκος), 2ος Νίκος Θεοχαρόπουλος (Σκοτίδας), 3ος Μήτσος Κυρατζόπουλος (Φωτεινός), 4ος Αριστοτέλης Χουτούρας (Αρριανός), 5ος Νίκος Παπαστεργίου (Φουρκιώτης). Αρχείο Σβετλάνας Χουτούρα.

Αριστοτέλης Χουτούρας (Αρριανός) 1913-2000
Στις ανέκδοτες σημειώσεις του ο Αρριανός  περιγράφει την επιστροφή του από το Αλβανικό Μέτωπο στο χωριό του Λευκοθέα Βοΐου, το «πέρασμα» του στον μόνιμο ΕΛΑΣ και την πρώτη επίσημη εμφάνιση της αντάρτικης ομάδας Βοΐου τον Ιανουάριο του 1941. Την ομάδα αυτή αποτελούσαν οι: Χουτούρας Αριστοτέλης (Αρριανός), Νίκος Παντίδης (από Βελανιδιά), ο Ξενοφών, κάποιος με το ψευδώνυμο  Ζήσης, ο Μπίρος  απ΄το Τσακνοχώρι κι ο Γιάννης Μπέζιαρης. Η ομάδα αυτή των έξι, αποτέλεσε τον πυρήνα των ανταρτών Βοΐου. «Στις 10-01-1943 ήρθε ο Χασιώτης από το χωριό Καλιστράτι μαζί με τον Δημήτρη Μαντιούκα σταλμένος απ΄την αχτιδική επιτροπή του Κ.Κ.Ε. και με οδήγησαν τη νύχτα απέναντι  απ΄το χωριό Ροδιά των Γρεβενών σ΄ένα υψωματάκι. Αφού γνωριστήκαμε με τους άλλους πέντε ο Νίκος ο Παντίδης μου λέει: «Έχουμε εντολή από την Αχτιδική του χωριού Παρόχθειο να απαγορεύσουμε τη χωροφυλακή Γρεβενών να πάρει ζώα και τρόφιμα από τους κατοίκους των χωριών». Ο διοικητής του αποσπάσματος ήταν  σε ένα  κατάλυμα στο χωριό Ροδιά. Η ώρα ήταν περασμένη. Με όρισαν επικεφαλής και πήγαμε στο σπίτι που έμενε ο διοικητής. Χτυπήσαμε την πόρτα και μας άνοιξε νοικοκύρης. Του ζήτησα να μας οδηγήσει στον ανθυπομοίραρχο. Έτσι κι έγινε. Του λέω: «Κύριε διοικητή μας συγχωρείς που σ΄ενοχλούμε. Είμαστε αντάρτες. Μάθαμε ότι ήρθατε με αποσπάσματα Ιταλών να πάρετε ζώα και τρόφιμα από κατοίκους των χωριών. Η αποστολή σας αυτή να ματαιωθεί. Θα πείτε στους Ιταλούς ότι οι αντάρτες στην ύπαιθρο είναι χιλιάδες και σας απαγορεύουν να κάνετε κάτι τέτοιο. Να προσέξετε καλά γιατί αν πάρετε ζώα και τρόφιμα, λίγο πιο κάτω θα σας στήσουμε ενέδρα». «Αυτό θα κάνουμε αλλά θέλω να μου πείτε από ποια οργάνωση είστε γιατί στα Γρεβενά έχουμε Ε.Α.Μ. και σεις στα πηλίκια γράφετε Ε.Λ.Α.Σ.» Του εξηγήσαμε και ησύχασε. Σηκωθήκαμε να φύγουμε και η ομάδα των πέντε έκανε τόση φασαρία έξω, σαν να ήταν γύρω απ΄το χωριό  αντάρτικα αποσπάσματα με εκατοντάδες. Αυτή ήταν η πρώτη επίσημη εμφάνιση της αντάρτικης ομάδας Βοΐου. Δεν πέρασαν δυο μέρες και η καλύβα μας (κρησφύγετο) κάηκε».
Στη συνέχεια σε κάθε χωριό απ΄όπου  περνούσαν η ομάδα τους μεγάλωνε. Παρόχθειο, Ροδοχώρι Γρεβενών, Ροδοχώρι Βοΐου, Ομαλή, Καλλονή Γρεβενών, Δίλοφος, Πεντάλοφος, Βυθός, Βουχωρίνα, Τρίκορφο (στα σύνορα Μακεδονίας-Ηπείρου).
Στη συνέχεια παραθέτω αυτούσιο το κομμάτι του κειμένου όπου αναφέρεται στην επίσκεψή του στο Βογατσικό αλλά και στο Γέρμα το Μάρτιο του 1943: « Μετακινιόμαστε στα Καστανοχώρια. Ζώνη, Δαμασκηνιά, Αι Λια, Πλακίδα  και κατεβήκαμε Πλαζόμιστα, Λευκοθέα, Τσοτύλι. Στο Τσοτύλι μας περίμενε ο στρατιωτικός υπεύθυνος Βογατσικού (Παντελής Παντελίδης). Μας λέει: «Δεν έχουμε καλή κατάσταση στην περιοχή και πρέπει να έρθετε να μας βοηθήσετε, γιατί ο Κολάρας μας ανακατεύει πολύ». Περάσαμε στο χωριό Μελιδόν και μας ακολούθησαν δύο αντάρτες. Ο Αριστείδης Μελιδονιώτης και ο Νίκος Κουτσοφλιανίτης (Σμόλικας). Φτάσαμε στο Βογατσικό. Εδώ μίλησε ο γεωπόνος Μητράκας, καλός ρήτορας. Όλο το Βογατσικό χειροκροτούσε, όλοι τον θαύμασαν. Θαύμασαν και τον Χρήστο Κιτσιόπουλο  ο οποίος ήταν ντυμένος όπως οι παλιοί αντάρτες, με γενειάδα και οπλοπολυβόλο. Ύστερα από τρεις μέρες πήγαμε στο χωριό Γέρμαν. Εδώ μας δέχτηκαν θαυμάσια. Οι κάτοικοι μυημένοι στο ΕΑΜ. Το χωριό Γέρμαν είχε πολλούς σπουδαγμένους. Καθηγητές, δάσκαλοι, πολλά γυμνασιόπαιδα, κόσμος πολύς των γραμμάτων και όλοι προοδευτικοί. Παίρνω εντολή να επιστρέψω στο Τσοτύλι…

                                                     Κώστας Βαϊνάς 1920- 2015

Διήγηση Κώστα Βαϊνά   19/12/2010
Οι αντάρτες πρωτοήρθαν στο χωριό μας  την άνοιξη του 1943 απ’ τ΄ «αλώνια», έτσι λέγαμε το δρόμο της αστυνομίας. Ήταν γύρω στα είκοσι άτομα και μέχρι να φτάσουν στη λέσχη τραγουδούσαν  τον ύμνο της ΕΠΟΝ : 
Με τη χρυσή της νιότης πανοπλία
      στο θάρρος, στην ορμή, στη λεβεντιά
                            πετούμε στον αγώνα στη θυσία…

Στη «Λέσχη» μίλησαν με λόγια πατριωτικά στο συγκεντρωμένο πλήθος. Ο «Αρριανός» πρωτοστατούσε στη συγκέντρωση. Μαζί του ήταν κι ο Αριστοτέλης Κανδύλης (απολυθής δάσκαλος από τη δικτατορία του Μεταξά, για τα αριστερά του φρονήματα) ο οποίος μίλησε για την επανάσταση και κάποια στιγμή φώναξε: «όλοι όρθιοι». Μαζί με τον Αρριανό έφυγε και ο Αθανάσιος Βαράκας- Καραθανάσης και ο Λαϊνάς Γεώργιος, πρόσφυγας. Ο Βαράκας σε μια μάχη με τους Γερμανούς, σκοτώθηκε με το πολυβόλο στα χέρια, ενώ, ο Λαϊνάς  τραυματισμένος γύρισε στο χωριό και μετά την απελευθέρωση έφυγε για την Αυστραλία. ’Ηθελα να φύγω κι εγώ με τον Αρριανό αλλά με απέτρεψε η μάνα μου με φωνές και κλιάματα. Με  είπε: «που θα κινήσεις τώρα»! Μπορεί όμως εκείνη τη μέρα να μη έφυγα αλλά στη συνέχεια ήρθα σε επαφή με τους αντιστασιακούς. Τον Περικλή τον γνώρισα προσωπικά, όπως και τον Αργύρη Κουβάτσιο από τους Αμπελόκηπους. Τους συνάντησα στο σπίτι του Ναούμη του Βαϊνά , είχαν κάτι μαγειριά εκεί με τζάκι, « τεκέ» το λέγαμε. Η ώρα της συνάντησης καθορίζονταν στα κρυφά, από στόμα σε στόμα και συνήθως μας έκαναν καθοδήγηση, κυρίως πως θα βρίσκαμε όπλα (σ΄αυτό ήμουν δαίμων). Μας οργάνωναν σε τριάδες και τι έλεγε σε εμάς τους τρεις δεν το ΄ξερε κανένας άλλος. Εγώ πολλές φορές ήμουν τριάδα με τον Θανάση  Τόλκο, τον Λαμπρίδη τον Λάμπρο και άλλοτε με τον Τάκη τον Παρασκευά και τον Ζήση τον Μπλιάγκα. Ο Τάκης ο Παρασκευάς αν και μικρός, ήταν οργανωμένος. Ψάχναμε τα βράδια για όπλα στην «πάνω» την εκκλησιά. Στην ΠΑΟ που ήταν οργανωμένοι άλλοι, έκρυβαν τα όπλα ακόμη και στο οστεοφυλάκιο. Παίρναμε μια αρίδα στα χέρια και μεταξύ κρανίων και κνημών ανακαλύπταμε και κανένα μάνλιχερ. Τον Υφαντή απ΄το Γέρμα τον γνώριζα εξ΄αποστάσεως. Μ' αυτόν συνεργάζονταν οι αδελφοί Νασιοπούλου, ο Κώστας και ο Χρήστος.
Το διάστημα αυτό είχαμε οργανωθεί στον εφεδρικό ΕΛΑΣ, γύρω στα πενήντα άτομα. Μεταξύ άλλων ήταν ο Λυκογιάννης Γεώργιος, οι Παναγιώτης και Δημήτριος Δεληγιάννης, ο Ιωάννης Τζήμας, ο Παντελής Παντελίδης (στρατιωτικός υπεύθυνος), ο Κώστας ο Αγόρας, Ο Λάμπρος Λαμπρίδης, ο Θανάσης Τζέλιος, ο Χρήστος Φερραίος, ο Ιωάννης Αναγνώστου, ο Κωνσταντίνος  Δαρλαγιάννης, ο Κώστας Γκαγκιάς, ο Θανάσης Τόλκος (στο πολιτικό τμήμα) ο Γιώργος Λιόγανος και άλλοι. Ο Μολδοβάνος Ζήσης ήταν καπετάνιος στον ΕΛΑΣ, ο Απόστολος Δεληγιάννης (Πατρίκης), ο Γιάννης Δεληγιάννης ήταν μικρό παιδί τότε, ο Κώστας Μπλιάγκας, ο Δημήτριος Δημόκας, ο Γιάννης Δαρλαγιάννης, ο Γιάννης Γιαννούλης ήταν μόνιμοι στον ΕΛΑΣ. Εμείς του εφεδρικού προσχωρήσαμε στον μόνιμο ΕΛΑΣ το 1944. Κατευθυνθήκαμε προς το Κιλκίς. Στη μάχη αυτή σκοτώθηκαν οι Παναγιώτης Σκανδάλης και ο…. Εγώ είχα σταματήσει στην Πτολεμαϊδα, δεν πήγα στο Κιλκίς.

Συνέχεια  12/03/2011
Μετά την εκτέλεση των δεκατριών τον Απρίλιο του 1943 φοβηθήκαμε με τον αδερφό μου και φύγαμε στις 20 Μαΐου στη Χαλκηδόνα όπου είχαμε ένα θείο και εκεί δούλεψα για εννιά μήνες. Έπαθα όμως τύφο και επειδή το κλίμα δεν βοηθούσε στην ανάρρωσή μου πήρα το δρόμο της επιστροφής. Ήταν Μάρτιος του 1944 και είχα πληρώσει εισιτήριο 5.000.000 (ένα μάτσο χαρτονομίσματα). Στην Κορησό γίνονταν μια μάχη με τους Γερμανούς και μας κατέβασαν για έλεγχο άνδρες του ΣΝΟΦ. (Οι ταυτότητες που κρατούσαμε πάνω μας είχαν την υπογραφή του Ιταλού).Στη συνέχεια σταμάτησα στο Δισπηλιό όπου διανυκτέρευσα σ΄έναν αγροφύλακα και 25 Μαρτίου του 1944 έφτασα στο χωριό. Τον Αύγουστο του  1944 καταταχθήκαμε στον ΕΛΑΣ. Ο Παναγιώτης Δεληγιάννης, ο Θανάσης Τζέλιος, ο Δημήτρης Δεληγιάννης, ο Ιωάννης Ρίζος κι εγώ. Τα τρόφιμα όμως ήταν λιγοστά και οι συνθήκες δύσκολες, γι αυτό αποχωρήσαμε. Τον Παναγιώτη τον Ρίζο κι εμένα που  ήμασταν ελεύθεροι μας πέρασαν στρατοδικείο καθώς η αποχώρησή μας θεωρήθηκε λιποταξία. Περάσαμε από ανταρτοδικείο στη Σιάτιστα και μας δίκασε ο Τζήμας (Ανδρέας); ντυμένος με πολιτικά. Η δίκη έγινε τον Οκτώβριο του 1944. Μας είπαν πως η πράξη μας ήταν προδοσία και πως θα μπορούσαν να μας εκτελέσουν κιόλας. Εμείς δικαιολογηθήκαμε με κάτι ασυναρτησίες… Μας πήγαν με συνοδεία σε κάτι καταλύματα και ξαναγυρίσαμε στον ΕΛΑΣ. Εγώ, ως αποθηκάριος σε αποθήκη με τρόφιμα. Δεν μπορείς να φανταστείς, τι μαρμελάδες και τι κρέατα και κονσέρβες υπήρχαν μετά τη βοήθεια των Άγγλων.

Η ΠΑΟ στο Βογατσικό

ΠΑΟ (Πανελλήνιος Απελευθερωτική Οργάνωσις), είναι η μετονομασία της ΥΒΕ (Υπερασπισταί Βορείου Ελλάδος) η οποία ιδρύθηκε στη Θεσσαλονίκη το καλοκαίρι του 1942. Για τη δράση της ΠΑΟ στο Βογατσικό δεν έχουμε πληροφορίες, ωστόσο επεσήμανα δύο σημεία στα βιβλία των Αργύρη Κοβάτση, ο Ατίθασος Ταγματάρχης, και στο Αρχείο-Ημερολόγιο του (τότε) Ταγματάρχη Γιάννη Παπαθανασίου, με τίτλο: Για τον Ελληνικό Βορρά, όπου γίνεται αναφορά σε κάποια άτομα τα οποία συμμετείχαν στην οργάνωση.
Στις σελίδες 25-26 ο Κοβάτσης αναφέρεται στον  δάσκαλο Γιάννη Νταϊλιάνη  (Αντώνης), ο οποίος στον καιρό της Κατοχής ήταν διορισμένος στα χωριά Αυγή και Κρύα Νερά της Καστοριάς. «Το 1943  ο Νταϊλιάνης προσχώρησε στο ΕΑΜ και κατάφερε σε λίγο χρονικό διάστημα να αναρριχηθεί στη γραμματεία της Π.Ε. του ΚΚΕ Καστοριάς μόνο που μαζί με τις οργανώσεις του ΕΑΜ στα χωριά δημιουργούσε και οργανώσεις της ΠΑΟ. Πείθει την καθοδήγηση να του επιτραπεί να έρθει στον τομέα του λεκανοπέδιου Βασιλειάδος- Βογατσικού γιατί εδώ υπήρχε πρόσφορο έδαφος για τη δημιουργία βάσεων της ΠΑΟ. Κυρίως στα κεφαλοχώρια Μαυροχώρι, Γέρμα, Βογατσικό όπου υπήρχε γερή αντίδραση. Πρώτα οργάνωσε ΠΑΟ στο Βογατσικό. Έπεισε τον μεγαλοκτηματία Τακαντζά, ο οποίος αργότερα τουφεκίστηκε από τον ΕΛΑΣ.» (στην πραγματικότητα ξυλοκοπήθηκε μέχρι θανάτου από τους αντάρτες)

Στη σελ. 330  στο βιβλίο του Ταγματάρχη Γιάννη Παπαθανασίου, Για τον Ελληνικό Βορά γίνεται αναφορά στους: Ζήση Ι. Τζήμα, Αγαθοκλή Πανταζίδη, και Ζήση Τακαντζά από το Βογατσικό. Υπήρχαν πολλοί εθνικιστές, φιλοβασιλικοί και αντικομμουνιστές οι οποίοι υπέστησαν άγριους ξυλοδαρμούς από τους αντάρτες. Αρκούσε μια κατασκευασμένη ή ανυπόστατη φήμη  για να κακοποιηθούν βάναυσα. Πολλοί από αυτούς έβγαιναν κουφοί, σακατεμένοι, και μισοπεθαμένοι  μετά τις εξαντλητικές ανακρίσεις που γίνονταν στα μικρά δωμάτια της ΙΧ Μεραρχίας του ΕΛΑΣ στον Πεντάλοφο.

Από τις « μικρές ιστορίες»
Διήγηση Χρήστου Νασιόπουλου
Όταν ήμασταν στα Παλιάμπελα, στα χρόνια της Κατοχής, είχαμε μια βάρκα. Μια μαούνα που την είχαν φτιάξει οι κουμουνιστές. Ήταν δεμένη μ’ ένα συρματόσχοινο και περνούσες απέναντι τον Αλιάκμονα. Στο πλωτό αυτό χωρούσε μέχρι και άλογο αλλά συνήθως μεταφέραμε σιτάρια, μαλλιά, τρόφιμα γενικά, στα απέναντι χωριά που τα λέγαμε «Ελεύθερη Ελλάδα» γιατί ήταν ανταρτοκρατούμενα και είχαν την ελευθερία τους.
Μια μέρα ήταν εκεί κοντά ένας Κυπραίος και ξυραφίζονταν και τελευταία στιγμή καθώς γέμισε η βάρκα από κόσμο και πράματα, (εκείνη τη φορά ήταν και ένα άλογο) έτρεξε βιαστικά για να προλάβει να επιβιβαστεί. Κρατούσε κι ένα σακίδιο στρατιωτικό και καθώς πήδηξε στο πλωτό, έσπασε το συρματόσχοινο και βρέθηκαν όλοι μες στα νερά. Έπεσε και τ’ άλογο, βράχηκαν και τα τσουβάλια με τον καπνό και ότι άλλο υπήρχε. Ο Κύπριος, που ήταν μάλλον Βρετανικός Σύνδεσμος βγαίνοντας απ΄ το νερό είπε: «χάθηκε το χρήμα». Αυτός πρέπει να είχε λίρες οι οποίες έπεσαν στο νερό, γιατί, κατά πως φαίνεται δεν πρόλαβε να κλείσει το σακίδιο και με το που έπεσε  χύθηκαν στο ποτάμι. Όταν ο Κώστας ο αδερφός  μου έμαθε για το γεγονός (καθώς η πρωταρχική μας έγνοια ήταν τα όπλα και οι λίρες για την ενίσχυση των ανταρτών) κολύμπησε ώρες μέσα στα νερά τα παγωμένα και βρήκε πράγματι, τσουβάλια με καπνό, ξυριστικά, λιωμένα άρβυλα κι ότι άλλο θες. Λίρες όμως δεν βρήκε ούτε για δείγμα κι ας  έφτασε κολυμπώντας μέχρι τη Νεάπολη…


Βιβλιογραφία:
Ιωάννου Σ. Κολιόπουλου, Λεηλασία Φρονημάτων, τομ. Α', Το Μακεδονικό Ζήτημα στην κατεχόμενη Δυτ. Μακεδονία 1941- 1944, εκδ. Βάνιας, Θεσ/νικη 1995
Αργύρης Κοβάτσης, ο Ατίθασος Ταγτατάρχης, Νοέμβ. 2009
Παρμενίωνος Ι. Παπαθανασίου, Μακεδονία 1941-44. Εθν. αντίσταση και τραγωδία: Το ανέκδοτο αρχείο-ημερολόγιο του τότε ταγματάρχη Γιάννη Παπαθανασίου, Εκδόσεις Παπαζήση, 1997

Ευχαριστίες:
στον κύριο Γεώργιο Νάκο για την παραχώρηση ανέκδοτων σημειώσεων του Αρριαννού.

στη Σβετλάνα Χουτούρα και τον Βαγγέλη Σαρακτσάνη για το φωτογραφικό υλικό

Βιβλιογραφία:

4 σχόλια:

  1. Εξαιρετική δουλειά!
    Πάρα πολύ χρήσιμα τα στοιχεία της προφορικής ιστορίας και μνήμης του Βογατσικού που παραθέτεις. Μπράβο Πόλυ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ευχαριστώ πολύ Θανάση Καλλιανιώτη. Όλα αυτά τα χρόνια της ενασχόλησής μου με τη μελέτη και την καταγραφή της ιστορίας του χωριού μου Βογατσικού, η δική σου έρευνα με καθοδηγούσε και ελπίζω να συνεχίσεις να το κάνεις και στο μέλλον. Γι' αυτό και το "μπράβο" σου έχει ιδιαίτερη σημασία για μένα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ο Αριστείδης Μελιδονιωτης ήταν γιος του ιερέα του χωριού μας,του παπα-Γρηγορη. Το πραγματικό του όνομα Ζυγουρας και είχε έξι ακόμη αδέρφια. Σκοτώθηκε σε μάχη με τους Γερμανούς το 1944 στην περιοχή των Γρεβενών.Το χειμώνα του 1943 η οικογένεια του παπά πείνασε και ο παπάς απευθύνθηκε τότε στους Γερμανούς κατακτητές που φύλαγαν τη γέφυρα του Αλιάκμονα και ζήτησε τρόφιμα. Οι Γερμανοί ήρθαν στο χωριό μας μάζεψαν τρόφιμα από τους χωριανούς και του τα έδωσαν. Η ενέργεια όμως αυτή του παπά δεν άρεσε στους κατοίκους του χωριού και αμέσως άρχισαν τα σχόλια, πως ο παπάς έγινε συνεργάτης τω Γερμανών κατακτητών. Δεν γνωρίζουμε όμως αν ο Αριστείδης εντάχθηκε στον θρυλικό ΕΛΑΣ για να ξεπλύνει την <> του πατέρα του η διαπνεόταν ο ίδιος από πατριωτικά αισθήματα. Ότι και να ισχύει τιμή και δόξα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή