Δευτέρα, 7 Μαΐου 2018

Κλεισούρα «Νταούλι» 5 Απριλίου- Βογατσικό 6 Μαίου 1944. Ο κύκλος του αίματος.


"Νταούλι"  5  Απριλίου 1944

Η Κλεισούρα βρίσκεται στις βόρειες παρυφές του βουνού Μουρίκι και σε υψόμετρο χιλίων διακοσίων πενήντα μέτρων. Η διάβαση που σχηματίζεται ανάμεσα στο Βέρνο (Βίτσι) και στο Μουρίκι, γνωστή ως «Νταούλι» επιτρέπει την οδική σύνδεση της Έδεσσας με την Καστοριά και της Κοζάνης με την Καστοριά μέσω Πτολεμαΐδας.
Εικόνες: Κλεισούρα Καστοριάς

 Η διάβαση της Κλεισούρας πέρασε πολλές φορές από τους  αντάρτες του ΕΛΑΣ στο γερμανικό έλεγχο και το αντίστροφο, στα χρόνια της Κατοχής. Οι συγκρούσεις μεταξύ των Γερμανών και των ανταρτών, που διεξήχθησαν στην περιοχή το 1943, είχαν ως στόχο την απόκτηση του ελέγχου της συγκεκριμένης διάβασης, γεγονός που θα εξασφάλιζε τον ανεφοδιασμό των δυνάμεων της κάθε πλευράς. Για τον ΕΛΑΣ το «Νταούλι» αποτελούσε μια πρώτης τάξεως τοποθεσία για ενέδρες, ενώ εξυπηρετούσε και τον ανεφοδιασμό των τμημάτων της Βορείου Πίνδου. Για τους Γερμανούς ο έλεγχος της συγκεκριμένης διάβασης ήταν πρωτίστης σημασίας για τον απρόσκοπτο ανεφοδιασμό των στρατευμάτων που στάθμευαν στη Δυτ. Μακεδονία και κυρίως στην Ήπειρο και για τη διασφάλιση της οδικής σύνδεσης με τη Θεσσαλονίκη.  Από τις αρχές του 1943, η Κλεισούρα ασφυκτιούσε αφενός, από τις έντονες πιέσεις  των ανταρτών του ΕΛΑΣ να στρατολογήσουν τους άντρες του χωριού, οι οποίες στάθηκαν άκαρπες και αφετέρου, από τους Κομιτατζήδες των γειτονικών χωριών, οι οποίοι είχαν οπλιστεί από τους Ιταλούς το 1943 και από τους Γερμανούς το 1944. Ένοπλες ομάδες Κομιτατζήδων επισκέπτονταν συχνά την Κλεισούρα προτρέποντας τους χωρικούς να συνδράμουν για την ευόδωση των βουλγαρικών στόχων στην περιοχή. Από το καλοκαίρι ακόμη, του 1943 οι γερμανικές αρχές θεωρούσαν  την Κλεισούρα ως το προπύργιο των ανταρτών και το μόνο που περίμεναν ήταν να δοθεί μια αφορμή για να πυρποληθεί. Έτσι θα εξασφάλιζαν την ασφαλή μετακίνηση των στρατευμάτων τους κατά μήκος του νευραλγικού οδικού άξονα  Καστοριάς- Αμυνταίου. Αυτή η αφορμή δόθηκε από τον ΕΛΑΣ με την ενέδρα που έστησε σε μια γερμανική φάλαγγα, στο «Νταούλι» και το φόνο δύο ή τριών Γερμανών στρατιωτών.
Τη νύχτα της 4ης προς την 5η Απριλίου 1944, μια διμοιρία με περίπου σαράντα άνδρες του ΕΛΑΣ Σινιάτσικου, με επικεφαλής τον Αλέξη Ρόσιο (Υψηλάντη), καθηγητή φιλολογίας από τη Σιάτιστα, έφτασε από τη Βλάστη στην Κλεισούρα. Σκοπός τους ήταν να στήσουν ενέδρα σε γερμανική φάλαγγα η οποία θα περνούσε από τη στενωπό της Κλεισούρας το πρωί της 5ης Απριλίου.  Είχαν επιστρατευτεί και άντρες του εφεδρικού ΕΛΑΣ από τον Πελεκάνο, το Δρυόβουνο, το Σισάνι και το Μελιδόνι.  Το πρωί της 5ης Απριλίου, σύμφωνα με μαρτυρίες πολλών επιζώντων, η Κλεισούρα ήταν περικυκλωμένη από τους αντάρτες οι οποίοι απαγόρευαν στους κατοίκους την έξοδο από το χωριό, αλλά και τη βόσκηση των ζώων. Ο λοχαγός Γκέρχαρντ  Κλίνγκενχεφερ έλαβε άδεια από τον Σύμερς (Διοικητή Συντάγματος) να επισκεφτεί  μια μονάδα στην Καστοριά. Η συνοδεία του δέχτηκε επίθεση από τον Ρόσιο και τους άντρες του.  Σύμφωνα με μαρτυρία του Γκ. Κλίνγκενχεφερ, μετά  από τρίωρη μάχη στην οποία τραυματίζεται , συναντιέται με  τον Σύμερς στην Πτολεμαίδα. Ο Σύμερς διατάζει επιχείρηση εναντίον της Κλεισούρας. Όλοι οι κάτοικοι εκτελέστηκαν, ανεξαρτήτως ηλικίας και φύλου. Για τον Σύμερς, οι γυναίκες αποτελούσαν  «θηλυκούς σκοπευτές». Ο επίλογος της τραγωδίας σε ανθρώπινα θύματα ήταν 277 νεκροί και 30 τραυματίες.
Σχετικά με τους νεκρούς Γερμανούς, οι απώλειες πρέπει να ήταν οι μπροστινοί μοτοσικλετιστές οι οποίοι δέχτηκαν πρώτοι τα πυρά. Υπήρξαν  δυο η τρεις νεκροί.  « Κοινό σημείο των πληροφοριών   από όλες τις μαρτυρίες είναι πως τα σώματα των νεκρών Γερμανών κακοποιήθηκαν στη συνέχεια από τους αντάρτες».  Η κακοποίηση αυτή, θεωρήθηκε από πολλούς πως ήταν η αιτία της αγριότητας με την οποία αντιμετώπισαν οι Γερμανοί τους κατοίκους της Κλεισούρας. Ένα μήνα μετά, στις 6 Μαΐου 1944, οι Γερμανοί συνέλαβαν δέκα άντρες (στο δημόσιο δρόμο, στην περιοχή του Βογατσικού)  και στη συνέχεια τους εκτέλεσαν, στο «Νταούλι» της Κλεισούρας.

  Βογατσικό 6 Μαΐου 1944

 Από τις αρχές Απριλίου η διοίκηση της 4ης Μεραρχίας των ες ες προετοίμαζε την εκκαθαριστική  επιχείρηση των ανταρτών  του Βερμίου. Οι Γερμανοί πραγματοποιούσαν εξονυχιστικές έρευνες σε κατοικημένες και δασώδεις περιοχές με αποτέλεσμα να μη υπάρχει  δυνατότητα διαφυγής για τον  άμαχο πληθυσμό. Γερμανικά στρατιωτικά τμήματα καταδίωκαν τους αντάρτες που προσπαθούσαν να καταφύγουν στην «Ελεύθερη Ελλάδα». Στις 6 Μαίου ένα τμήμα του ΕΛΑΣ με επικεφαλής τον Κωνσταντίνο Κολίτζα, επεχείρησε να  περάσει τον Αλιάκμονα, στο ύψος του Βογατσικού. 
Εικόνα: Χάρτης ευρύτερης περιοχής Βογατσικού (αρχείο Χρήστου Βελιάνου)

Πνίγηκαν πολλοί αντάρτες στο ποτάμι στην προσπάθεια τους να διαφύγουν και να φτάσουν απέναντι, στο χωριό Πλατανιά. Το ποτάμι ήταν «φουσκωμένο» καθώς έλιωναν τα χιόνια του χειμώνα, « και έπρεπε να ξέρεις πολύ καλά τον Πόρο (το πέρασμα) για να περάσεις απέναντι. Περνούσαν απ΄τα παλιάμπελα και έδεσαν μια τριχιά απ΄τη μια μεριά στ΄ν άλλ(η). Και  πιάστηκαν πολλοί αντάρτες από το φόβο… και κόπηκε η τριχιά και  πνίγηκαν πολλοί, τότε. Δέκα –δεκαπέντε. Και τους βρήκαν προς τα κάτω ύστερα». Πολλοί από τους κατοίκους του  Βογατσικού βοήθησαν τους αντάρτες να περάσουν απέναντι. «Ήταν ο Δημήτρης Τσιτσιπάτης, ο Τζήκας ο Μπλιάγκας, ήταν εδώ στα Παλιάμπελα, έγινε μεγάλο κακό. Και ο Τζήκας ο Καραλής (γιος του Θανάση) βοήθησε πολύ εκείν τ΄ν μέρα. Ο Λάκης ο Βαδραχάν΄ς είχε το «καλάθι» στου Κοντογιάννη». Εκείνη τη μέρα οι Γερμανοί συνέλαβαν δέκα άντρες από το Βογατσικό. Το Λάμπρο Βυτανιώτη, εβδομήντα χρόνων τον σκότωσαν στην περιοχή «Μπάνια» την ώρα που εργάζονταν στο χωράφι του,  ενώ συνέλαβαν τον γιο του Απόστολο. Συνέλαβαν επίσης, τον Χρήστο Μπάγγο, δάσκαλο, τον Δημήτριο Οικονόμου, τον Γεώργιο Ράκκα, το Ράλλη Σταυρίδη,  και στην περιοχή «Λαζαράκια» στα σύνορα με το Κωσταράζι, Τον Τριαντάφυλλο Πορτοτάση με τους γιους του Κωνσταντίνο και Χρήστο, καθώς και τους δυο γιους του Ιωάννη Πορτοτάση, Αθανάσιο και Χρήστο.( Οι πέντε τελευταίοι είχαν τα πρόβατα στην περιοχή). Όλους μαζί, τους οδήγησαν στην περιοχή «Νταούλι» λίγα χιλιόμετρα έξω από την Κλεισούρα και τους εκτέλεσαν. «Τους τέσσερις από αυτούς τους κρέμασαν στα τηλεγραφόξυλα και τους άφησαν  να αιωρούνται για μέρες», επιθυμώντας με αυτό τον τρόπο να παραδειγματίσουν και να τρομοκρατήσουν το λαό της Κλεισούρας, που ήδη βρίσκονταν σε βαρύ πένθος, αφού ένα μήνα πριν είχαν χάσει  προσφιλή τους άτομα, σπίτια και ζώα.   (Πληροφορίες ,από τη διδακτορική Διατριβή του Στράτου Δορδανά, Το αίμα των αθώων, αντίποινα των Γερμανικών αρχών Κατοχής στη Μακεδονία 1941-1944 . )

        

   Απόστολος Χαρ. Βυτανιώτης, Έδεσσα 1928     Χρήστος Μπάγγος, δάσκαλος, 1915-1944


Με την εκτέλεση της 6ης Μαίου στο «Νταούλι» ανακύπτουν  εύλογα, ερωτήματα, σχετικά με τη σκοπιμότητα που αυτή εξυπηρετούσε. Γιατί έγινε στο συγκεκριμένο μέρος; Και αν η επιλογή των δέκα ανδρών στο Βογατσικό ήταν τυχαία, ή   είχε σχέση με τις πολιτικές τους πεποιθήσεις. Ήδη από το 1943 αντάρτες και απλοί πολίτες είχαν εξισωθεί. Οι έντεκα άντρες βρέθηκαν σε λάθος σημείο τη λάθος στιγμή, όπως θα λέγαμε σήμερα. «Όταν τ΄ς έπιαναν οι Γιρμανοί , δεν ρωτούσαν: είσαι κουμουνιστής;» Οι κάτοικοι του χωριού δεν ήταν ασφαλείς. Τον ίδιο κίνδυνο να συλληφθούν από τους γερμανούς, είχαν, είτε παρέμεναν στο χωριό είτε κατέφευγαν στην εξοχή. « Οι  Γερμανοί πήγαιναν με τα αυτοκίνητα σιγά-σιγά, είχαν και τα πολυβόλα. Απορώ πως δεν μας πήραν και μας από το μαντρί. Το είχαμε πάνω στο δημόσιο δρόμο. Ήμαν με τον αδερφό μου το Θανάση. Ο μπαμπάς μ΄πέθανε το 43. Στ ΄Μπάνια που σκότωσαν το Λάμπρο  όργωνε κι ο Δήμος. Και μετά, με είπε τον γύρεψαν ταυτότητα οι Γερμανοί. Την είχε πάνω του. Οι σφαίρες έπεφταν βροχή στο άροτρο. Τους έδειξε τάχα από κει, και έφυγαν. Δεν τον πήραν μαζί τους». (μαρτυρία Δημητρίου Μπούρντα).   Η επιλογή της περιοχής (το «Νταούλι»), για την εκτέλεση  των δέκα αντρών έγινε σκόπιμα από τους Γερμανούς για να δείξουν την κυριαρχία τους πάνω στην περιοχή  έναντι των ανταρτών αλλά και για να τιμήσουν τους νεκρούς συντρόφους τους, που σκοτώθηκαν ένα μήνα πριν στην ίδια περιοχή. Κλεισούρα, «Νταούλι» 5 Απριλίου- 6 Μαίου 1944 ο κύκλος του αίματος είχε ολοκληρωθεί.

Κλεισούρα  5  Νοεμβρίου  2017   Νικόλαος Δόλλας ημερ. γέννησης 1928
Εικόνα: Νικόλαος Δόλλας

Π.Μ. Πώς ονομάζεστε;
Ν.Δ. Λέγομαι, το όνομά μου Νίκος και το επίθετο Δόλλας.
Π.Μ. Πότε γεννήθηκες κύριε Νίκο;
Ν.Δ. Πότε γεννήθηκα;  Το είκοσι οκτώ! Το 1928.
Π.Μ. Οι γονείς σου ποιοι ήταν;
Ν.Δ. Τη μάνα μου την έλεγαν Κατίνα και τον πατέρα μου Γεώργιο.
Π.Μ. Αδέρφια είχες;
Ν.Δ. Αδερφές! Αδέρφια δεν είχα.
Π.Μ. Να μιλήσουμε για το σαράντα. Είχες συγγενείς που πήγαν στον πόλεμο;
Ν.Δ. Πως, πως!
Π.Μ. Είχες θείους, ξαδέρφια, γείτονες;
Ν.Δ. Ναι, απάνω στην Αλβανία. Ο ένας σκοτώθηκε.
Π.Μ. Στην Κατοχή πώς περνούσατε; Τι θυμάσαι;
Ν.Δ. Εδώ όπως είναι η οροσειρά, την είχαν μοιράσει. Από δω μεριά οι Ιταλοί, απ΄την άλλη οι Γερμανοί. Οι Ιταλοί όχι ότι φέρθηκαν καλύτερα, αλλά ήταν πιο τυπικοί. Δεν ήταν τόσο αυστηροί όπως οι Γερμανοί.
Π.Μ. Έρχονταν στο χωριό Ιταλοί και Γερμανοί; Πώς σας φέρονταν εσάς, που ήσασταν μικρά παιδιά;
Ν.Δ. Βέβαια. Είχαν Φρουραρχείο εδώ… Κοίταξε. Οι Γερμανοί ένα διάστημα ήταν πολύ άγριοι. Με τον πόλεμο στο Στάλιγκραντ που γινότανε, έπαθαν μεγάλη ζημιά. Πολλοί τρελαθήκανε από τον πόλεμο.
Π.Μ. Μίλησέ μου για το σαράντα τέσσερα, όταν οι Γερμανοί έκαψαν το χωριό και σκότωσαν πολύ κόσμο. Οι γονείς  σου πού ήτανε;
Ν.Δ. Εδώ ήτανε!
Π.Μ. Ο μπαμπάς σου ήταν εδώ όταν έγινε το ολοκαύτωμα; Η μητέρα σου; Οι αδερφές σου;
Ν.Δ. Και η μητέρα μου και οι αδερφές μου.
Ν.Δ. Μόνο το σπίτι κάηκε και τα ζώα.
Π.Μ. Εσείς προλάβατε να φύγετε;
Ν.Δ. Το πρωί έφυγα εγώ με τα ζώα έξω. Δεν μας άφηναν οι αντάρτες να φύγουμε. Αλλά φύγαμε κρυφά έξω από το βουνό μαζί με έναν άλλο. Και ήρθαν οι Γερμανοί. Σκότωσαν οι αντάρτες τρεις Γερμανούς στο «Νταούλι» και ήρθαν οι Γερμανοί για αντίποινα και…
Π.Μ. Πόσους Γερμανούς σκότωσαν εδώ στο «Νταούλι»;
Ν.Δ. Τρεις Γερμανοί.
Π.Μ. Και μετά τι τους έκαναν; Τους κακοποίησαν;
Ν.Δ. Είπαν ότι τους κακομεταχειρίστηκαν αλλά όχι. Ψέματα είναι.
Π.Μ. Ποιοι αντάρτες ήταν τότε;
Ν.Δ. Ο Υψηλάντης!
Π.Μ. Και οι αντάρτες δεν σας άφηναν να φύγετε από το χωριό. Για ποιο λόγο λέτε;
Ν.Δ. Να μη δημιουργηθεί πανικός. Οι άντρες να απομακρυνθούν από το χωριό λέει. Τα γυναικόπαιδα όχι. Δεν πιστεύω να σκοτώσουν γυναίκες και παιδιά, είπε.
Π.Μ. Σκοτώθηκαν συγγενείς σας εκείνη τη μέρα;
Ν.Δ. Ο πατέρας μου σκοτώθηκε το 1948. Πάτησε νάρκα. Τον έβαλε ο στρατός αγγαρεία. Ας πούμε υπηρεσία.
Π.Μ. Ναι.
Ν.Δ. Και όταν γύρισε πάτησε νάρκα και σκοτώθηκε.
Π.Μ. Σε ποιο μέρος πήγατε και κρυφτήκατε εσείς;
Ν.Δ. Εδώ προς τον Προφήτη Ηλία.
Π.Μ. Και όταν επιστρέψατε την άλλη μέρα, τι γίνονταν εδώ. Τι βρήκατε;
Ν.Δ. Τίποτες. Βρωμούσε από πτώματα. Βέβαια. Εγώ γύρισα τη νύχτα με έναν άλλον και λέει οι Γερμανοί φύγανε. Αλλά εδώ μέσα ούρλιαζάνε και τα ζώα φώναζαν. Κόσμος, τραυματίες, ξέρω γω τι, και βρήκαμε το πρώτο θύμα στην άκρα απ΄το χωριό. Νόμιζα ήταν η αδερφή μου. Αλλά δεν ήταν η αδερφή μου. Λοιπόν… και ήρθε ύστερα ο αδερφός της και την πήρε. Και μπήκαμε εδώ μέσα και τι να δούμε! Τι να δούμε… Άλλοι καίγονταν και  ούρλιαζαν και δεν μπορούσαμε να τους θάψουμε γιατί περνούσαν οι Γερμανοί. Αν ακούγαμε βοή, φοβόμασταν. Να φύγουμε… έρχονται οι Γερμανοί. Εμείς υπαγόμασταν στο νομό Φλωρίνης. Επαρχία Καστοριάς. Κι ήρθαν απ΄τη Φλώρινα και έδωσαν εντολή να μάσουν τα θύματα. Τους σκοτωμένους να τους θάψουν. Μες στις αυλές τους θάβανε. Δεν προλάβαιναν, που να τους θάψουν. Άλλους τους πήγαν στην Παναγία, άλλους στο νεκροταφείο. Άλλους που δεν είχαν ζώα(για  να τους μεταφέρουν) τους θάβανε στις αυλές. Και σιγά-σιγά άρχισε να παίρνει ένα ρυθμό το χωριό. Κατεστραμμένο εντελώς.
Π.Μ. Είχατε βρει το σπίτι κατεστραμμένο. Είχατε πολλά ζώα;
Ν.Δ. Είχαμε πέντε, έξι αγελάδια.
Π.Μ. Με αυτά ζούσατε.
Ν.Δ. Ο πατέρας μου ήταν καπνεργάτης.
Π.Μ. Όταν μπήκατε στο χωριό και βλέπατε τον δρόμο γεμάτο νεκρούς, υπήρχαν παιδιά, συμμαθητές σας, γείτονες που βλέπατε σ΄αυτή την κατάσταση;
Ν.Δ. Ναι, ναι, ναι…
Π.Μ. Τι νιώθατε;
Ν.Δ. Τι να νιώσω; Μη συζητάς. Σκεφτόμασταν καλά που φύγαμε και δεν ακούσαμε τους αντάρτες. Αν καθόμασταν θα μας σκότωναν. Στην αυλή εμείς είχαμε μια κουτσίνα, ένα κοτέτσι, που έβαζαν τα γουρούνια. Και δίπλα κάθονταν ένας δάσκαλος. Τρύπης λέγονταν. Το κορίτσι του, ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερο από μένα πήγε και κρύφτηκε στο κοτέτσι μέσα. Και σώθηκε. Και είδε ότι μπήκε ένας στο σπίτι μας (να κρυφτεί). Τον έριξε από πάνω ο Γερμανός και τον σκότωσε και μετά έκαψαν το σπίτι. Κι όταν πήγα το πρωί εγώ με φώναξε: «Νίκοοο, εδώ είμαι!» «Ποια είσαι;» «Η Βούλα. Έτσι κι έτσι. Ο Σίμος του Τόττα μπήκε μέσα και το ΄καψαν το σπίτι»!
Π.Μ. Χάσατε συγγενείς, εσείς τότε;
Ν. Δ. Θείες! Την Ουρανία Δόλλα. Τα κορίτσια δε θυμάμαι πως τα έλεγαν.
Π.Μ. Ξαδέρφες σου ήταν;
Ν.Δ. Ναι.
Π.Μ. Τι έλεγε τότε ο κόσμος. Ποιος έφταιγε γι΄αυτή την κατάσταση;
Ν.Δ. Η κατάσταση. Οι αντάρται  ήθελάνε να το κάψουν το χωριό, να σηκωθούν οι άντρες να γίνουν αντάρται. Αλλά κανένας δεν έφυγε.
Π.Μ. Ποιος το υποκίνησε όλο αυτό;
Ν.Δ. Ο Υψηλάντης! Ο Υψηλάντης είχε έρθει εδώ από βραδύς να τακτοποιήσει τα πράγματα. Και… είχε εντολή να χτυπήσει στη θέση «Νταούλι». Και ανταμωθήκαν με έναν εδώ. Ανθυπολοχαγός ήταν στην Αλβανία. Και ανταμωθήκανε, φιληθήκανε. Τον Υψηλάντη τον έλεγαν Αλέκο. Τον άλλο, τον δικό μας τον έλεγαν Κώστα. Κώστα, Αλέκο, πώς πάει, «Αμάν ρε Αλέκο θα μας κάνεις κακό!»  « Τι να κάνω, έχω εντολή να χτυπήσω στη θέση Νταούλι!» ( Ο κύριος Νίκος χτυπάει δυνατά το μπαστούνι του στο πάτωμα τρεις φορές, καθώς λέει τα τελευταία λόγια). «Στρατιώτης έκανες. Όταν παίρνεις μια διαταγή, πρέπει να την εκτελέσεις; Έτσι και εγώ. Ας παν στο Γέρμα, είναι το επιτελείο εκεί, να με φέρουν ένα χαρτί και να μη χτυπήσω στη θέση «Νταούλι» να χτυπήσω πάρα πέρα». Στάθηκε αδύνατο!
Π.Μ. Αυτά ποιος σου τα είπε εσένα κύριε Νίκο; Από ποιον τα άκουσες;
Ν.Δ. Εγώ, εκείνα τα λόγια, ήμουν εδώ και τα άκουσα. Ήμουν παρών. Τα άκουσα με τα αυτιά μου. «Θα μας κάνεις κακό» του είπε. Λέει, « δεν ακούστηκε, εδώ, λέει, να σκοτώσουν γυναικόπαιδα». «Οι άντρες να αποτραβηχτούνε». «Δεν φαντάζομαι να σκοτώσουν γυναικόπαιδα».
Π.Μ. Ο Υψηλάντης πώς ήταν στην όψη; Τον θυμάστε καθόλου;
Ν.Δ. Πώς! Κοντούλης ήτανε. Κοντούλης αλλά δραστήριος. Από τη Σιάτστα!
Π.Μ. Και ο δικός σας ο Κώστας; Πώς λέγονταν στο επίθετο;
Ν.Δ. Κοπέλος.
Π.Μ. Ήταν κι αυτός αντάρτης;
Ν.Δ. Αυτός υπηρέτησε τη θητεία του στην Αλβανία, έγινε Κατοχή και ήρθε εδώ. Στο σπίτι του. Γλίτωσε στην Αλβανία.
Π.Μ. Ένα μήνα μετά, αρχές Μαίου φέρανε εδώ στο Νταούλι δέκα άντρες από το Βογατσικό και τους εκτέλεσαν.
Ν.Δ. Τους εκτέλεσαν, ναι.
Π.Μ. Τί θυμάστε από αυτό;
Ν.Δ. Οι Γερμανοί έπαθαν μεγάλη ζημιά εδώ στο Νταούλι. Δεν μπόρεσαν να βρουν άντρες εδώ, βρήκαν  άντρες στα χωράφια στο Βογατσικό. Γεωργοί, κτηνοτρόφοι… Τους έμασαν από κει και τους έφεραν στο «Νταούλι» και τους κρε-μά-σα-νε!
Π.Μ. Γιατί τους έφεραν εδώ λέτε εσείς;
Ν.Δ. Αντίποινα! Λέει, στο μέρος που σκότωσαν τους Γερμανούς, εκεί θα σκοτώσουμε κι αυτούς. Για τους αντάρτες. Ήταν και η γυναίκα μου εκεί και είδε από αυτούς τους κρεμασμένους και είδε τα μυαλά τους κάτω. Από τότε δεν τρώει μυαλό ούτε από αρνί, ούτε από οτιδήποτε άλλο. Τους κρέμασαν και μετά τους έδωσαν τη χαριστική. Άσε που μόλις τους κρεμούσαν, μονομιάς, ακαριαίος θάνατος!
Π.Μ. Τι άλλο λέγανε γι΄αυτούς τους άντρες;
Ν.Δ. Τάχα μου ήταν συνεργάτες με τους αντάρτες!
{…}

Βογατσικό Κωνσταντίνος Απ. Δεληγιάννης  ημερομ. Γέννησης 1931
Εικόνα: Κωνσταντίνος Απ. Δεληγιάννης

Αυτοί… οι Γερμανοί, κυνηγούσαν τους αντάρτες από το Βέρμιο. Πολλούς… όχι (λίγους) και περνούσαν απ΄ το ποτάμι απέναντι. Απέναντι, στο Βόϊο ήταν η «Ελευθέρα Ελλάδα» και τους κυνηγούσαν… Οι δικοί μας, όλη νύχτα περνούσαν τους αντάρτες  πέρα. Ο Λάκης ο Βαδραχάνης βοήθησε πολλούς τότε. Είχε ένα κουτί με σύρμα στα παλιάμπελα. Οι Γερμανοί άνοιξαν τη λίμνη και το ποτάμι ήταν απέραντο. Έπρεπε να ξέρεις ακριβώς τον  πόρο για να περάσεις. Και έκαναν αλυσίδα, ένας αγκαλιά πίσω απ΄τον άλλον… Κόβεταν η αλυσίδα… Πνίγηκαν πολλοί τότε. Οι αντάρτες ξεκίνησαν απ΄το Βέρμιο. Τους κυνηγούσαν οι Γερμανοί και κατέβηκαν μέχρι το ποτάμι. Εδώ στην «Πλάκα» ήταν τα δικά μας τα παιδιά. Κρύφκαν. Οι Γιρμανοί τους ήβλιπαν και τους έβγαζαν μέσα απ΄ τα κλαδιά. Ο Δήμος ο Βιτανιώτης, πιο ψύχραιμος έκατσε κι όργωνε, μι τα βόδια. Δεν κρύφκι. Τον Δήμο δεν τον πείραξαν ενώ τα αδέρφια τ΄… Τον αδερφό του τον Απόστολο τον πήραν. Τον μπαμπά τους τον Λάμπρο τον σκότωσαν εκεί στ΄ν «Μπάνια». Τα αδέρφια Πορτοτάση, ο Χρήστος και ο Θανάσης ήταν με τα πρόβατα στα «Λαζαράκια». Τους πήραν. Ο δάσκαλος ο Μπάγγος, ο Ρακάς, ο Σταυρίδης… Ο Οικονόμου ο Δήμος. Τον Δήμο τον πήραν. Γειτονιά ήμασταν. Ήταν νέος αλλά, μεγαλύτερος από μένα.
Τους βρήκαν κρυμμένους. Τους πήραν. Δεν ρωτούσαν οι Γερμανοί τότε τι είσαι. Είσαι κουμμουνιστής; Γιατί τους πήγαν στο «Νταούλι» και τους σκότωσαν δεν ξέρω. Ο λόγος, δεν ξέρω. Ο κόσμος είχε τρομοκρατηθεί. Εκτέλεση!
Πηγές
 Το αίμα των Αθώων. Αντίποινα των  Γερμανικών Αρχών Κατοχής στη Μακεδονία, 1941-1944.Διδακτορική Διατριβή του Στράτου Δορδανά, σελ. 389, 394, 399, 401, 407
Μαγνητοφωνημένες συνεντεύξεις : Νικόλαος Δόλλας, Κωνσταντίνος Δεληγιάννης, Δημήτριος Μπούρντας.

Δευτέρα, 10 Ιουλίου 2017

Ζήσης Ζωγράφος (Μπλιάγκας) του Αθανασίου

Ο Ζήσης Ζωγράφος του Αθανασίου και της Αικατερίνης, γεννήθηκε στο Βογατσικό Καστοριάς, (τότε Φλώρινας). Ο πατέρας του Αθανάσιος Μπλιάγκας ήταν περίφημος ζωγράφος- αγιογράφος της εποχής και σύμφωνα με τη συνήθεια που επικρατούσε μετέτρεψε  το επίθετό του σε Ζωγράφος, για λόγους επαγγελματικούς. Μαθητής ακόμα,ο Ζήσης στα 1928 έγινε μέλος της ΟΚΝΕ και ένα χρόνο αργότερα μέλος του Κ.Κ.Ε. Στη Φλώρινα τέλειωσε τις γυμνασιακές σπουδές και στη Θεσσαλονίκη τη Νομική Σχολή του εκεί Πανεπιστημίου. 
Ιστορικό αρχείο του ΦΣΦΑ, συλλογή Νικόλαου Αποστολίδη. Ο Ζήσης Ζωγράφος στο κέντρο

Εργάσθηκε στη Θεσσαλονίκη ένα χρόνο ως δικηγόρος αλλά η μεταξική δικτατορία τον συνέλαβε και τον εξόρισε αρχικά στην Ανάφη και στη συνέχεια σε άλλα νησιά και στις φυλακές Ακροναυπλίας. Μετά την κατάρρευση του Μετώπου, η δικτατορία  παρέδωσε τους πολιτικούς κρατούμενους-μεταξύ των οποίων και τον Ζήση Ζωγράφο- στις ιταλικές αρχές Κατοχής, οι οποίες τους έκλεισαν σε στρατόπεδο στη Λάρισα .Οι  Ιταλοί τους παρέδωσαν με τη σειρά τους στους Γερμανούς, που τους μετέφεραν στο κάτεργο του Χαϊδαρίου, από όπου πολλοί από τους κρατούμενους της δικτατορίας εκτελέσθηκαν. Ο Ζήσης Ζωγράφος, επέζησε .Μετά την απελευθέρωση έγινε μέλος της Επιτροπής Πόλης της ΚΟΑ και στο 7ο συνέδριο εξελέγη τακτικό μέλος της Κ.Ε. του ΚΚΕ. Στα δύσκολα χρόνια που ακολούθησαν  εργάσθηκε ως γραμματέας της περιοχής Θεσσαλίας του Κ.Κ.Ε. Το 1947 ανέβηκε στο βουνό και αγωνίστηκε από τη θέση του καπετάνιου του Αρχηγείου Θεσσαλίας του  ΔΣΕ και αργότερα του Επιτρόπου του κλιμακίου του Γενικού Αρχηγείου Νότιας Ελλάδας.
Στελέχη ΔΣΕ (1947- 1949) 1ος από δεξιά ο Μάρκος Βαφειάδης, όρθιος ο Ζήσης Ζωγράφος

Το πολιτικό γραφείο του ΚΚΕ στη Σόφια 1965. Από αριστερά, Απόστολος Γκρόζος, Todor Zhifkov, Κώστας Κολιγιάννης, Πάνος Δημητρίου, Ζήσης Ζωγράφος, Παναγιώτης Μαυρομμάτης, Λεωνίδας Στρίγκος, Παναγιώτης Υφαντής, Μήτσος Παρτσαλίδης

Στο 8ο Συνέδριο έγινε μέλος του Π.Γ. (Πολιτικού Γραφείου) και στη θέση αυτή παρέμεινε ως τη λεγόμενη 12η ολομέλεια, τον Φεβρουάριο του 1968.Το  πρωί της 17ης Φεβρουαρίου 1968  ο Ζήσης Ζωγράφος μαζί με τον Μήτσο Παρτσαλίδη και τον Πάνο Δημητρίου, κατήγγειλαν μέσω του επίσημου κομματικού ραδιοσταθμού τον Α΄Γραμματέα  Κώστα Κολιγιάννη και τους υποστηρικτές του για «επιστροφή  στο ανώμαλο  εσωκομματικό καθεστώς του παρελθόντος».  Οι τρεις διαφωνούντες  συνέπλεαν με τις θέσεις των Ρουμάνων επιζητώντας μια πιο ανεξάρτητη σχέση με τη Μόσχα. Η διάσπαση ολοκληρώθηκε τους επόμενους μήνες, με την προσχώρηση  του «Γραφείου Εσωτερικού»  του ΚΚΕ στους διαφωνούντες και τη συγκρότηση δύο διαφορετικών κομμάτων (ΚΚΕ και ΚΚΕ Εσωτερικού). Μετά τη διάσπαση του ΚΚΕ ο Ζήσης Ζωγράφος ήταν μέλος της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε. (εσωτερικού). Ο Ζήσης Ζωγράφος, κομουνιστής ηγέτης διέθετε μεγάλη θεωρητική κατάρτιση, είχε γράψει δε και πλήθος μελετών και άρθρων.
 Εφημερίδα, Ελεύθερη Ελλάδα, Αρχειακό ξεφύλλισμα, αρ. φύλ. 40, 2 Σεπτεμβρίου 1971 

Έφυγε ξαφνικά από τη ζωή  την Τρίτη 24 Αυγούστου 1971 .Πνίγηκε ενώ κολυμπούσε στη λίμνη  Σταγκώφ, 30 χιλιόμετρα έξω από το Βουκουρέστι, όπου περνούσε τις διακοπές του.

Πηγές
 Εφημερίδα, Ελεύθερη Ελλάδα, Αρχειακό ξεφύλλισμα, αρ. φύλ. 40, 2 Σεπτεμβρίου 1971
«Οι ζωγράφοι του Βογατσικού» του Βαρσαμίδη Αθανάσιου, ομιλία στο Παμβογατσιώτικο Συνέδριο, Αύγουστος 1996.
Τα  Βουλγάρικα αρχεία για τη διάσπαση του ΚΚΕ. Η χαμένη άνοιξη του 1968.

Η δικτατορία και η διάσπαση του ΚΚΕ το 1968. Από το βιβλίο του Τάκη Κωστόπουλου «Με τους αντάρτες στη Δυτ. Μακεδονία, Κατοχή, εμφύλιος, Τασκένδη, μαρτυρίες. Ινστιντούτο Νίκος Πουλατζάς 2006.

Τρίτη, 4 Απριλίου 2017

Η ΣΦΑΓΗ ΤΩΝ ΑΜΝΩΝ. ΒΟΓΑΤΣΙΚΟ 4 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1943

Απρίλιος 1943
Η γερμανική, αλλά κυρίως η ιταλική κατοχή, η οποία αφορούσε στην περιοχή της Καστοριάς από το 1941 και μετά, ταυτίστηκε στη μνήμη του λαού, πρωτίστως, με τα αντίποινα κατά του άμαχου πληθυσμού. Οι Κατοχικές Δυνάμεις επικαλούνταν το αξίωμα της «συλλογικής ευθύνης» για να αιτιολογήσουν τη χρήση βίας κατά των  αμέτοχων πολιτών, τους οποίους θεωρούσαν συνένοχους των αντιστασιακών ομάδων. Άμαχοι και αντάρτες είχαν εξισωθεί. Στις αρχές του 1943 η σταδιακή ιταλική κατάρρευση ενέτεινε τη σκληρή αντιμετώπιση του άμαχου πληθυσμού, προκειμένου να ανακτηθεί το χαμένο κύρος και ο έλεγχος της κατάστασης, καθώς η αντιστασιακή δράση είχε αναπτυχθεί.
Έτσι, τον Απρίλιο του 1943 στο Βογατσικό Καστοριάς, στην περιοχή «Μελίσσι» ή «Προσήλιο»  φονεύθηκαν από τους Ιταλούς δεκατρείς  άντρες, ως αντίποινα για το θάνατο δύο Ιταλών στρατιωτών από τους αντάρτες, στο χωριό Δρυόβουνο. Οι περισσότεροι φονευθέντες ήταν κτηνοτρόφοι, οι οποίοι όπως κάθε μέρα ανέβαζαν τα ζώα τους στο βουνό για βοσκή. Λιγότεροι απ΄αυτούς ήταν οικογενειάρχες που κατέφυγαν στις σπηλιές της περιοχής για να προστατέψουν τα παιδιά τους ,καθώς ,είχαν μάθει πως τμήμα του ιταλικού στρατού θα περνούσε από το Βογατσικό. Το πρωϊνό της Κυριακής 4 Απριλίου 1943  το βουνό κατακλύστηκε από Ιταλούς «αλπινιστές», οι οποίοι συνέλαβαν αρκετούς άντρες. Δεκατρείς από αυτούς οδηγήθηκαν στο εκτελεστικό απόσπασμα μετά από μια υποτυπώδη ανάκριση. Λίγο  πιο νωρίς σκοτώθηκε από ιταλικά πυρά, ο Θανάσης Τσιαπατόρης ο οποίος έρχονταν με τον Κώστα Νασιόπουλο (αντάρτες και οι δύο) από το Γέρμα στο Βογατσικό.
Οι δεκατρείς άντρες που τόσο άδικα έφυγαν από τη ζωή εκείνη τη μέρα ήταν οι: Κωνσταντίνος Γ. Αναγνώστου, Χρυσόστομος Γ. Δαρλαγιάννης, Κωνσταντίνος Δ. Ζάχος, Χρήστος Παντ. Κανδύλης, Γεώργιος Δημ. Μήκας, Απόστολος Ιωάν. Μπλιάγκας, ο ιερέας Κωνσταντίνος Μπότσαρης, Γεώργιος Τριαντ. Μπούρντας, Δημήτριος Νικ. Παρασκευάς Δημήτριος Γ. Σαρακατσάνης, Γεώργιος Ι. Σαρρηγιάννης η Σαρρής, Ανδρέας Αθαν. Τακαντζιάς, Ευάγγελος Κων. Φωτίου.

Ιερέας Κωνσταντίνος Μπότσαρης

Γεώργιος Μήκας (δεξιά)

Δημ. Σχολείο Βογατσικού, 1929 Δάσκαλος: Αθανάσιος Δούφλιας από Γέρμα. Δεύτερη σειρά, 3ος από αριστερά ο Δημήτριος Παρασκευάς. Καθιστός, 1ος από αριστερά ο Αθανάσιος Τσιαπατόρης

Κωνσταντίνος Αναγνώστου μετά της συζύγου

Απόστολος Μπλιάγκας με την Ελένη Κόντσα, 
την ημέρα του γάμου τους, Μάρτιος 1929

Καθιστός, 1ος αριστερά, Κωνσταντίνος Ζάχος

Ευάγγελος Φωτίου, αγροφύλακας

Γεώργιος Μπούρντας

Χρυσόστομος Δαρλαγιάννης

Γεώργιος Σαρηγιάννης

Όρθιος 2ος αριστερά, Δημήτριος Σαρακατσάνης

Χρήστος Κανδύλης (παρασημοφορημένος)

Κεφαλόβρυσο, δεκαετία 1930- 1940
Καθιστός δεξιά 4ος (με το γιλέκο) Ανδρέας Τακαντζιάς

Ένα μήνα νωρίτερα στην πλατεία του χωριού, στη «Λέσχη», συγκεντρώθηκαν οι χωρικοί γιατί θα τους μιλούσε ο Αριστοτέλης Κανδύλης, «δάσκαλος από το χωριό (γιος του μακεδονομάχου Παντελή). Μαζί του ήταν κι ο Αρριανός από τα χωριά του Βοΐου. Δημιούργησαν μεγάλο ενθουσιασμό στο πλήθος με τα λόγια τους, όταν όμως ο Κανδύλης φώναξε: «ζήτω ο «Κόκκινος Στρατός», οι μισοί και παραπάνω πάγωσαν. Οι άνθρωποι είπαν, «αυτοί θέλουν να μας φέρουν τον κομουνισμό» και σηκώθηκαν κι έφυγαν».
     Οι άντρες του χωριού που είχαν οργανωθεί στην αντίσταση έφυγαν στο βουνό και τα βράδια διανυκτέρευαν στο εκκλησάκι του Άι Λια. Εκεί άναβαν μεγάλες φωτιές και συζητούσαν για τα τελευταία γεγονότα . Οι Ιταλοί μετά τη μάχη στο Φαρδύκαμπο και τις νίκες των αντιστασιακών μετακίνησαν μεγάλο τμήμα στρατού, από τη Θεσσαλία  προς τη Δυτ. Μακεδονία,  με σκοπό να καταστείλουν τις αντιστασιακές ενέργειες, καίγοντας και λεηλατώντας  χωριά και πόλεις. Το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Μάρτη, όπου στη Νεάπολη μαίνονταν οι μάχες μεταξύ Ιταλών και ανταρτών, οι κινήσεις στο απέναντι βουνό, στο Βογατσικό, γίνονταν αντιληπτές από τους Ιταλούς, καθώς δεν ήταν λίγες οι οικογένειες οι οποίες  εγκαταστάθηκαν στις σπηλιές. Πολλοί κάτοικοι είχαν φύγει στα χωριά Βλάστη και Σισάνι αλλά και στις γύρω περιοχές Σάντοβο, Μούζγκα, Λουν, όπου είχαν στάνες και καλύβες πρόχειρα φτιαγμένες. «Οι αντάρτες μας έλεγαν πως έπρεπε να φύγουμε απ΄το χωριό κι ότι η παραμονή στα σπίτια μας θα σήμαινε προδοσία. Στο χωριό είχαν απομείνει μόνο γριές και γέροι για να φυλάγουν τα σπίτια». Οι βοσκοί συνέχισαν να βγάζουν τα πρόβατά τους για βοσκή, όπως κάθε μέρα, γιατί, πολλοί απ΄αυτούς δεν είχαν την αίσθηση του φόβου καθώς, στο παρελθόν είχαν καλές σχέσεις με τους Ιταλούς που περνούσαν  για ελέγχους ανά τακτά χρονικά  διαστήματα από το χωριό.
    Το πρωϊνό της 4ης Απριλίου, ήταν ηλιόλουστο, αλλά «φυσούσε τρομερός αέρας». Ο Κώστας Βαϊνάς από τον Άϊ Λια κάνοντας τα χέρια του χωνί, φώναξε όσο πιο δυνατά μπορούσε: «έρχονται οι Ιταλοί, έρχονται οι Ιταλοί»!  Οι Ιταλοί μέσα σε λίγη ώρα είχαν «καταλάβει τα υψώματα στον Άϊ Λια, το Καστρί, το Κουκούλι, για να προστατέψουν το στρατό που θα περνούσε τακτικά σε λίγο». Εκείνη την ώρα σκοτώθηκε και ο θανάσης (Τσέλιος) Τσιαπατόρης  από ιταλικά πυρά, καθώς έρχονταν από το Γέρμα με τον Κώστα Νασιόπουλο. (Ήταν αντάρτες αυτοί και είχαν διασυνδέσεις εκεί).Ο Κώστας Νασιόπουλος μετά από μια επεισοδιακή καταδίωξη κατάφερε να διαφύγει μένοντας όλη μέρα στα νερά της ντριστέλας, στο κτήμα του Τακαντζιά.
     Οι Ιταλοί κάποια στιγμή, συγκέντρωσαν τους βοσκούς στον Άι Λια. Εκεί ήταν και μικρά παιδιά, πολλά απ΄τα οποία ανέκριναν. Στη σπηλιά είχαν βρει καταφύγιο οι οικογένειες του παπα Κώστα Μπότσαρη, του Νίκου Παρασκευά και του Χρήστου Κανδύλη. « Ήμασταν στη σπηλιά με τον παπα-Κώστα και τα κορίτσια του, τη Θαλίτσα και την Κατίνα. Μέρες εκεί. Ήταν κι ο Παρασκευάς με τα παιδιά του. Η Τούλα, η Μαρίκα, η Θωμαίτσα κι ο Τάκης που τον σκότωσαν. Ήταν είκοσι χρονών. Ένα πολύ καλό παιδί». Στη συνέχεια οι γυναίκες και τα παιδιά με τη συνοδεία μοτοσικλετιστή έφτασαν στην πλατεία του χωριού ενώ οι τρεις άντρες  παπα Κώστας, Τάκης Παρασκευάς και Χρήστος Κανδύλης έμειναν πίσω. «θα τους κάνουμε κάτι ερωτήσεις και θα γυρίσουν, μας είπαν».  Συγκέντρωσαν τους άντρες στον «Πόρο» εκεί, σ΄ένα μαντρί, έστησαν ένα υποτυπώδες στρατοδικείο. Οι διαδικασίες ήταν συνοπτικές…
  Πολλοί ήταν εκείνοι που απέφυγαν την τελευταία στιγμή την εκτέλεση. Άτομα τα οποία είχαν κάποια αναπηρία (σε πολλά παιδιά έλειπαν δάχτυλα από δυναμίτιδα ή χειροβομβίδες) απαλλάσσονταν από τις κατηγορίες.
 Την προηγούμενη μέρα στο Δρυόβουνο, οι αντάρτες σκότωσαν  δύο Ιταλούς. Οι τελευταίοι πήγαιναν συχνά στα γειτονικά από τη Νεάπολη χωριά και άρπαζαν από τα κοτέτσια κότες και αυγά για τις  επισιτιστικές ανάγκες του στρατού. Τους σκότωσαν «με τα αυγά στα χέρια». Οι Ιταλοί στις περιπτώσεις όπου σκοτώνονταν στρατιώτες τους, απαντούσαν με πράξεις αντεκδίκησης, τα λεγόμενα αντίποινα. Κατά την τελευταία φάση της Ιταλικής Κατοχής, (το 1943 έως και τον Σεπτέμβριο) συστηματοποιήθηκε η βία κατά των αμάχων, με πρόσχημα τις επιχειρήσεις κατά των ελληνικών αντιστασιακών οργανώσεων. Ταυτόχρονα  πραγματοποιούσαν συχνούς βομβαρδισμούς, πυρπολούσαν και λεηλατούσαν χωριά με σκοπό αφενός, να αποδιοργανώσουν την ένοπλη ελληνική αντίσταση και την καταστροφή του οικονομικού ιστού της  υπαίθρου και αφετέρου να τρομοκρατήσουν τον άμαχο πληθυσμό εμπεδώνοντας έτσι την κατοχική παρουσία τους.
    Την άλλη μέρα, όταν έφυγαν πια οι Ιταλοί απ΄το χωριό, το βουνό ήταν διάσπαρτο από τομάρια ζώων. Την προηγούμενη, κατά τη διάρκεια των «ανακρίσεων» στρατιώτες εγκαταστάθηκαν στην περιοχή Ρ(ι)ζο κοντά στον Άϊ Νικόλα. «Είχαν μαζέψει πολλά πρόβατα στο Ρζο κι έσφαζαν κι έτρωγαν. Είχαν στήσει  πέτρες κι είχαν μαζέψει νωρίτερα μεγάλα καζάνια απ΄ το χωριό. Μαζί με τους Ιταλούς  ήταν και «κομιτατζήδες» και κάποιοι τους είδαν να φεύγουν με τ΄αρνιά στις πλάτες».Οι τρομοκρατημένοι και πεινασμένοι χωρικοί, μάζευαν τα κεφαλάκια και τα μαγείρευαν. Κρέας έτρωγαν σπάνια, καθώς είχαν τα πρόβατα, για το μαλλί, το γάλα και το τυρί. Πολλά κοπάδια ξεκληρίστηκαν εκείνη τη μέρα. Ίσως να σφαγιάστηκαν περισσότερα από χίλια πρόβατα. Η κατασπατάληση της περιουσίας των κατακτημένων Ελλήνων  ήταν πάγια τακτική των κατακτητών, οι οποίοι κατέστρεφαν όλα  τα αποθέματα τροφής  προκειμένου οι αντάρτες να έρθουν αντιμέτωποι με το φάσμα της πείνας. Πίστευαν πως η πείνα αποτελεί τον χειρότερο αντίπαλο των ανταρτών και επομένως ήταν απαραίτητο να τους στερήσουν κάθε πηγή ανεφοδιασμού.
    Τα γεγονότα της περιόδου εκείνης άσκησαν εντονότατη ψυχική πίεση στα μικρά κυρίως παιδιά. Πολλά από αυτά, όπως φαίνεται από τις μαρτυρίες, αναγκάστηκαν να ενηλικιωθούν απότομα. Χρόνος για να τιμήσουν τους νεκρούς, να αποδεχθούν την απώλεια δεν υπήρχε. Υπήρχε μόνο η ανάγκη για επιβίωση. «Όταν σκοτώθηκε ο μπαμπάς μου δεν είχαμε να φάμε… Η μαμά αρρώστησε. Την είχα ένα χρόνο στο νοσοκομείο. Κοιτούσα και τ’ αδέρφια μου. Κουβαλούσα νερά, τα πάντα έκανα. Το χειμώνα βγαίναμε προσωπική εργασία και στα χιόνια… Δεν έλειψε το μαύρο από το σπίτι μας…»

   Ο απολογισμός εκείνης της μέρας ήταν, δεκατέσσερις άνδρες νεκροί, το ξεκλήρισμα της  περιουσίας πολλών χωρικών, η κατατρομοκράτηση μικρών και μεγάλων.  Η τραγική ειρωνεία είναι πως εκείνη τη μέρα γιόρταζαν στο Βογατσικό όλοι οι άντρες που έφεραν το όνομα Ζήσης. Το όνομα αυτό το έδιναν στα παιδιά για να έχουν ζωή, επειδή υπήρχε μεγάλη παιδική θνησιμότητα. «Είχαμε στο χωριό πολλούς Ζησομάδες και είπαμε: Δεν τους κάμουμε μια γιορτή»! Να ταν στο χωριό εκείνη την εποχή περισσότεροι από δεκατέσσερις Ζησομάδες; Το Πάσχα ήταν κοντά. Γιορτάζονταν στις 25 Απριλίου. Όμως η Ανάσταση  θα αργούσε πολύ ακόμη για τους δυστυχισμένους χωρικούς…

Ιωάννης Μπλιάγκας  του Αποστόλου (1930-2010)             Βογατσικό, Οκτώβριος 2009

"Απ΄του προυί ήρθιν ου μπαμπάς μ΄κι μη είπι, θα ναρθν΄οι Ιταλοί κι να κινήσουμι μι τα πρόβατα κατά τουν  Αϊ Λια, όπους κι πουλύς κόσμος ικείν τ΄ν ημέρα. Η μάνα μ΄  μη τ΄ν Θουμαή , τουν  Νάσιου κι τ΄ν Τασούλα πήγαν στου Σάντβου στ΄ νταή μ΄του μαντρί. Είχαμι κι γουρούν  ικείν΄τ΄ν χρουνιά κι πήρι μαζί  τ΄ς κι έναν τινικέ  λίγδα κι τουν έκρυψι στ’ άχυρα. Ου μαμπάς μ΄έβαλι στου τσιουβάλ(ι) ιπτά ψουμιά κι κιντσάμι στα πρόβατα. Ήταν καλή μέρα κι είχαμι τα πρόβατα λίγου παρακάτ απ΄τουν Άϊ Λια. Κάποια στιγμή πήριν τ΄ν απόφασ’ να πάει να δει τι γίνιτι κι μ΄άφκιν μόναχου μη τα πρόβατα. Ιγώ μιτά συναντήθκα μη τουν Αντρία τουν Βαράκα κι τρυπουσάμι σι μια πέτρα. Ικείν τ΄ν ώρα πρεπ(ει)να΄πιασαν οι Ιταλοί τουν μπαμπά μ΄.
Λίγου αργότιρα μας φώναξαν όλνους στουν Άϊ Λια. Όταν ζύγουσα  λίγου, είδα τουν μπαμπά μ΄να τουν κρατούν δυο Ιταλοί. Αυτός μη κοίταξι στα μάτια ώρα πουλύ, σαν να  ‘ξιρι  ότι δεν θα μη ξανάβλιπι. Μη κοίταζιν μ΄έναν τρόπου, πώς να σι πω… Ύστιρα τς΄πήραν.
Όταν βράδιαξι μη τον Αντρία τουν Βαράκα βγήκαμι στου Σκάπιτου στ΄ν Καλουγριά κι ξημέρουσάμι εικί μη τα πρόβατα. Ινωρίτερα οι Ιταλοί είχαν καλέσ’ κι τουν Αντρία κι τουν ρώτσαν πόσου χρουνών ήταν. Ικείνους ήταν μικρουκαμουμένους κι είπι τα χρόνια τ’ λιγότιρα κι τουν άφκαν ιλεύτερο.
Λίγις μέρις αργότιρα ήμαν κουντά στ΄ν ικκλησιά, στα χουράφια κι έμαθα ότι τ’ς βρήκαν ικτιλισμέν στ΄Νταρλαγιάν του μαντρί, λίγου παραπάν. Ούτι καμπάνα άκσα να σμαν, ούτι τίπουτα. Ήμαν θυμουνιασμένους ούντι κει, κι βίλιαζα σαν τ΄αρνί… Τουν μπαμπά μ΄νικρό δεν τουν είδα, ήμαν στα πρόβατα. Έμαθα μόνον ότι πήγι μη του κάρου ου Τσιότρας (Απόστολος Δεληγιάννης) κι τ’ς ίφιρι  στ΄ν κατ τ΄ν ικκλησιά. Η μάνα μ’ δεν μ ΄είπι τίπουτα, ούντι κι ιγώ τ΄ν ρώτσα ποτές τίπουτα."

*Θερμές ευχαριστίες στην Κωνσταντίνα Σδράλια και Μαρία Παπαϊωάννου

Παρασκευή, 10 Μαρτίου 2017

Η ΝΕΟΛΑΙΑ ΒΟΓΑΤΣΙΚΟΥ 1936- 1944

Στις αρχές του 20ου αιώνα, στην Ελλάδα, εμφανίζεται το φαινόμενο των νεανικών οργανώσεων σύμφωνα με τα πρότυπα  των ευρωπαϊκών χωρών. Στον Ελλαδικό χώρο, οι σημαντικότερες οργανώσεις νέων από τις αρχές του αιώνα έως το 1936 ήταν, οι πρόσκοποι και οι πολιτικές νεολαίες, με πιο γνωστή την Ομοσπονδία Κομμουνιστικών Νεολαιών Ελλάδας (ΟΚΝΕ), την νεολαία δηλαδή του ΚΚΕ.
Βογατσιώτες στην Αθήνα,1938
Πάνω σειρά, αριστερά: Γιάννης Γιαννούλης, Μάχος Γιαννούλης (με τη στολή της ΕΟΝ), Παναγιώτης Γιαννούλης.
Κάτω σειρά, από αριστερά: Αναστασία Γιαννούλη, Ανδρέας Γιαννούλης, Ανδρέας Νασιόπουλος, Θεοπούλα Νασιοπούλου
Η δικτατορία της 4ης Αυγούστου, του Μεταξά, που έδωσε βάρος στη χειραγώγηση της νεολαίας, διέλυσε όλες τις έως τότε υπάρχουσες οργανώσεις και ίδρυσε την Εθνική Οργάνωση Νέων, τη γνωστή ως ΕΟΝ, μια κρατική οργάνωση, άμεσα εξαρτώμενη από το καθεστώς. Το γεγονός αποτελούσε καινοτομία στην  ελληνική πραγματικότητα, αλλά, συμβάδιζε με την πρακτική οργάνωσης νεολαιών από τα καθεστώτα της φασιστικής Ιταλίας και της ναζιστικής Γερμανίας.
Η παιδεία όφειλε να προσαρμοστεί στο χαρακτήρα της ΕΟΝ και επομένως να βρεθεί κάτω από τον απόλυτο έλεγχο του κράτους. Ο Μεταξάς υποστήριζε τον παιδαγωγικό ρόλο του κράτους, έναντι αυτού της οικογένειας. Η ΕΟΝ αποτέλεσε το κατεξοχήν μέσο διαπαιδαγώγησης της ελληνικής κοινωνίας, ομογενοποίησης και διάδοσης  των αρχών του καθεστώτος. Μέσα από τις γραμμές της θα ξεκινούσε «Η αναγέννησις της Ελλάδος» και θα πραγματοποιούνταν «Ο Τρίτος Ελληνικός Πολιτισμός».
Καθώς η ένταξη στην ΕΟΝ ήταν υποχρεωτική μέσα από το δίκτυο της εκπαίδευσης, το σύνολο των εφήβων στα χρόνια 1936-1941 γνώρισε την εμπειρία της συμμετοχής στην ΕΟΝ.Ένα πολύ μεγάλο  μέρος της ελληνικής νεολαίας περνά από την ΕΟΝ στην ΕΠΟΝ της Κατοχής. Οι νέοι οι οποίοι αποτέλεσαν αργότερα το δυναμικό των αντιστασιακών οργανώσεων είχαν βιώσει στην πλειοψηφία τους ως έφηβοι την εμπειρία της ΕΟΝ.
Οι δύο οργανώσεις, αν και διαφορετικές από τη φύση τους- καθώς η πρώτη ιδρύεται με πρωτοβουλία του Μεταξά και η δεύτερη στην Κατοχή  με πρωτοβουλία της ΟΚΝΕ και άλλων νεανικών οργανώσεων, έχουν έναν κοινό παρανομαστή. Απευθύνονται και οι δυο στην ηλικιακή κατηγορία της «νεολαίας».
Η ΕΠΟΝ στάθηκε η μαζικότερη αντιστασιακή οργάνωση νεολαίας με πανελλαδικό δίκτυο στα χρόνια 1943-1944 και δεν εξαφανίστηκε μετά την απελευθέρωση. Η ΕΠΟΝ είχε ιδρυθεί από την αρχή ως οργάνωση νέων και για καιρό πολέμου και για καιρό ειρήνης.
Οι νέοι με την υποχρεωτική ένταξή τους στην ΕΟΝ μέσα από το σχολείο και στη συνέχεια με την εμπειρία της ΕΠΟΝ βίωσαν σε ένα μεγάλο μέρος της ζωής τους, τη διαπλοκή της προσωπικής τους ζωής με τις περιπέτειες της οργάνωσης.
Η ένταξη στις αντιστασιακές οργανώσεις ήταν εθελοντική, μυστική για την πρώτη περίοδο της Κατοχής και επέσυρε πολλούς κινδύνους, Η ένταξη σε μια αντιστασιακή, παράνομη οργάνωση, αποτελούσε μια απελευθερωτική διαδικασία όπου ο νέος περνούσε από την εφηβεία στην ενηλικίωση.
Στο Βογατσικό , πολλοί ήταν οι νέοι οι οποίοι με το πέρασμα τους από την ΕΟΝ στην ΕΠΟΝ βίωσαν την ενηλικίωση μέσα σε δύσκολες συνθήκες. Στην ΕΠΟΝ  είχαν στρατολογηθεί και πολλά κορίτσια. Συγκεντρώνονταν στο Δημοτικό Σχολείο, όπου χόρευαν, συμμετείχαν σε θεατρικά, συγκέντρωναν λίγα τρόφιμα για άπορους…  Αναπτύχθηκε μεταξύ τους η αλληλεγγύη, η συντροφικότητα, έκαναν όνειρα για μια καλύτερη ζωή και σιγά-σιγά αποκαταστάθηκε η χαμένη αξιοπρέπειά τους. Η συμμετοχή τους στην ΕΠΟΝ ήταν μια πράξη αντίστασης. «Η επίκληση της χαράς ήταν από μόνη της αντίσταση». Η μαρτυρία του Κώστα Βαϊνά που ακολουθεί, είναι μια πηγή βίωσης αυτής της εμπειρίας και η πιο αντιπροσωπευτική μεταξύ άλλων.
25/ 03/ 1938 Παρέλαση της ΕΟΝ. Διμοιρήτης: Βράκας Δήμήτριος, σημαιοφόρος: Κωνσταντίνος Βαϊνάς. Από αριστερά: Αθανάσιος Τζαβέλλας και Παναγιώτης Λιάζος, αξιωματικός χωροφυλακής.

 Κώστας Βαϊνάς   1920- 2015    Βογατσικό 19 Δεκεμβρίου 2010

"Η ένταξή μας στην ΕΟΝ ήταν υποχρεωτική. Από τα δεκαοκτώ μου χρόνια, έως που πήγα φαντάρος το 1940-1941 κάθε Κυριακή συγκεντρωνόμασταν στο Δημοτικό Σχολείο φορώντας τη στολή μας. Μετά τον εκκλησιασμό, ο δάσκαλος Δημήτρης Βράκας μας μιλούσε με λόγια πατριωτικά και ενθουσιώδη και συνήθως λέγαμε το παρακάτω τραγούδι: (όπως το θυμάται)
Γιατί χαίρεται ο κόσμος και χαμογελάει πατέρα;
Γιατί λάμπει έτσι ο ήλιος γιατί φέγγει έτσι η μέρα;
Γιατί σαν αυτή παιδί μου την ημέρα τη χρυσή
 που τη χαίρεσαι και συ, στέρεψε το μαύρο δάκρυ, κλείσανε πολλές πληγές.
Αψηλώσανε τα στάχυα και τα γύρω μας τα βράχια,
 εγινήκαν ορθοβούνια και χρυσοπηγές.
Μια ημέρα σαν και τούτη την ολόφωτη κι ωραία
ξεδιπλώθηκε και πάλι η γαλάζια μας σημαία,
που ΄χει τ’ ουρανού το χρώμα και σκεπάζει τ’ άγιο χώμα.
Εμπρός για μια Ελλάδα νέα!
Εμπρός μ΄ελληνική καρδιά!
Εμπρός- εμπρός περήφανα, γενναία με της Ελλάδας τα παιδιά.
Εμπρός η δόξα η παλιά μας να ξαναζήσει είναι καιρός
 με τον γενναίο βασιλιά μας, εμπρός πάντα εμπρός!"

-Η μεταξική δικτατορία μιμούμενη ξένα πρότυπα προσπάθησε να περάσει στην καθημερινότητα των Ελλήνων τελετές αλλά και μαζικές παρελάσεις, συλλαλητήρια, περιοδείες και αθλητικά γεγονότα. Επίσης εορτάζονταν εθνικές εορτές και επέτειοι του καθεστώτος. Γι αυτό και η νεολαία Βογατσικού συμμετείχε στις εορταστικές εκδηλώσεις της 4ης  Αυγούστου 1938.

«Στις 4 Αυγούστου του 1938 πήγαμε στη μεγάλη καθιερωμένη παρέλαση στην Αθήνα. Δώσαμε τότε πεντακόσιες δραχμές εισιτήριο (σημαντικό ποσό για εκείνη την εποχή) για να ταξιδέψουμε με το τραίνο. Ήμασταν: ο Ανδρέας Αθανασιάδης, ο Ανδρέας Βαϊνάς, ο Τριαντάφυλλος Τζαβέλλας , ο Δήμος Βυτανιώτης, ο Δήμος Βαδραχάνης και άλλοι. Τότε το χωριό μας ανήκε στο δήμο Φλωρίνης και όσοι δεν είχαμε στολή μας έστειλαν από τη Φλώρινα να βολευτούμε. Κι ήταν άλλες κοντές κι άλλες στενές, λίγο στενέψαμε τις φαρδιές, τέλος πάντων ξεκινήσαμε.
Μαζί με τη νεολαία του κάθε νομού ταξίδευαν και οργανοπαίχτες, γιατί, κάθε γεωγραφικό διαμέρισμα μετά την παρέλαση θα παρουσίαζε τη μουσική του τόπου του. Εμείς είχαμε μαζί μας και κομπανίες με χάλκινα με τον πολύ γνωστό κλαριτζή, τον Μπίτα, ο οποίος ήταν γνωστός στο Βογατσικό από τους γάμους και τα πανηγύρια. Η παρουσίαση αυτή γίνονταν στο Καλλιμάρμαρο. Ο Μεταξάς και ο βασιλιάς ( Γεώργιος Β’) κάθονταν στα μπροστινά καθίσματα μπαίνοντας δεξιά. Εκτός από την παρέλαση πραγματοποιούνταν και αγώνες ελευθέρας πάλης. Αγωνίζονταν ο πασίγνωστος Τζιμ Λόντος με τον τούρκο Κουβεριάν. Ο Λόντος ήταν άφταστος καθώς χρησιμοποιούσε το «αεροπλανικό κόλπο».
 Ο γάμος του Ανδρέα  Ραββίνα και της Βενέτως το γένος Τακαντζά στο Βογατσικό, 1927. Δεύτερος από αριστερά, καθιστός ο κλαριτζής Μπίτας.

Όταν έφτασε η  σειρά μας να παρουσιάσουμε τη μουσική του τόπου, ο Μπίτας (δεξιοτέχνης στο κλαρίνο) ξεσήκωσε τους παρευρισκόμενους. Ειδικά όταν έπιασε να τραγουδάει τον «Λούκα» ο ενθουσιασμός του κόσμου ήταν απερίγραπτος! Πετούσαν τα καπέλα απ΄ τις κερκίδες, σφύριζαν, γίνονταν ένας χαμός που λέμε σήμερα. (Ο Μπίτας, ακούμπησε βαριά το πηγούνι στο χέρι –γεμάτο δαχτυλίδια-και σαν να΄ξερε τον βασιλιά από χρόνια, τραγούδησε: Δεν κάνει ο Λούκας για αρχηγός,
                          ούτε για καπετάνιος,
                          μον΄κάνει για την κλεφτουριά…

Μετά την παρουσίαση στο Καλλιμάρμαρο μείναμε για βράδυ στο Πρακτικό Λύκειο Ελληνίδων και εκεί άρχισαν οι πρώτες ενοχλήσεις  από το φαγητό που φάγαμε νωρίτερα. Την επόμενη, ο Δήμος ο Παπαμιχάλης, οδοντίατρος από το Βογατσικό και δήμαρχος στην Καλλιθέα,  μας πήγε σε ένα κέντρο και μας έκανε το τραπέζι. Κάθε τόσο έβγαζε το περίστροφο και με ενθουσιασμό έριχνε έναν πυροβολισμό (σημειωτέων απαγορεύονταν αυστηρά η οπλοκατοχή) λέγοντας  «Ζήτω το Βογατσικό»! Είχαμε επισκεφθεί και το αρχαιολογικό μουσείο και καθώς υπήρχαν διάφοροι φωτογράφοι εκεί, βγάλαμε και  μια στιγμιαία  φωτογραφία.
04/ 08/ 1938 "εις το μουσείον". Από αριστερά: Δήμος Κ. Βαδραχάνης, Δημήτριος Βυτανιώτης, Ανδρέας Βαϊνάς, Τάκης Τζήμας, Απόστολος Κουλιούμπας, Κων/νος Βαϊνάς, Τριαντάφυλλος Τζαβέλλας
Καθιστοί, από αριστερά: Απόστολος Βαϊνάς (φοιτητής ιατρικής), Ανδρέας Αθανασιάδης

Στην ΕΠΟΝ η συμμετοχή μας δεν ήταν υποχρεωτική. Κάθε δεκαπέντε μέρες συγκεντρωνόμασταν με τις λάμπες, στη μεγάλη αίθουσα του σχολείου. Από στόμα σε στόμα διαδίδονταν η ώρα που θα συναντιόμασταν. Από κορίτσια ήταν η Ανίκα, η Νίκη, η Βαϊτσα… Κι από αγόρια οι γνωστοί  της ΕΟΝ κι ο Θανάσης Τόλκος που δεν τον ανέφερα. Στις συναντήσεις μας φορούσαμε κονκάρδες για να ξεχωρίζουμε. Πράσινες, κόκκινες, μπλε και βάζαμε πλάκες στο γραμμόφωνο, το κουρδίζαμε και χορεύαμε ευρωπαϊκά (φοξ) και καλαματιανά. «Η σειρά της κόκκινης κονκάρδας»! και άρχιζε η ομάδα της κόκκινης κονκάρδας. Τραγουδούσαμε και πολλά επαναστατικά τραγούδια, δημοτικά, αλλά και άσματα για αγάπες. Είχαμε βέβαια και το φόβο των Ιταλών καθώς περνούσαν από το χωριό πολλές φορές, αιφνιδιαστικά για εκφοβισμό. Πολλοί δεν έρχονταν στις συναντήσεις μας από φόβο αλλά ούτε και μας μαρτύρησε ποτέ κανείς. Κάποιες φορές κανονίζαμε και μαζεύαμε λίγα τρόφιμα, λίγο τυρί, γάλα η ψωμί για ανήμπορες γερόντισσες. Μια φορά παίξαμε κι ένα θεατρικό, τον «Φιάκα» (κοινωνική σάτιρα του Δημοσθένη Μισιτζή). Εγώ είχα τον πρωταγωνιστικό ρόλο και η Σταμάτω  έπαιζε την Ευανθία.
-Σ΄αυτό το σημείο θα ήθελα να αναφερθώ στην επίσκεψη του βασιλιά Γεωργίου Β’  στην Καστοριά στις 12 Μαϊου  του 1938 και το πέρασμά του από το Βογατσικό. Η επίσκεψή του έγινε προς ένδειξη τιμής στο χωριό των Μακεδονομάχων. Ο βασιλιάς, ο έτερος στυλοβάτης του δικτατορικού καθεστώτος του Μεταξά, εκφώνησε λόγο στη «Λέσχη» και η υπάρχουσα φωτογραφία, αποτελεί ντοκουμέντο της επίσκεψής του. Ο φωτογράφος, κατέγραψε και την ακριβή μέρα και ώρα: 12 Μαίου, ημέραν Πέμπτην, τη ώρα 11.55 το 1938.

Για την υποδοχή του εκείνη τη μέρα, είχε φτιαχτεί μια αψίδα από κλαδιά κυπαρισσιών τα οποία κόπηκαν από τα δέντρα της Αγίας Παρασκευής και τοποθετήθηκαν μπροστά από το παντοπωλείο του Τέζια. Επίσης, από το παντοπωλείο του Τέζια, έως και τη «Λέσχη», ο δρόμος είχε στρωθεί με υφαντά κιλίμια, για το φτιάξιμο των οποίων οι γυναίκες του χωριού είχαν βάλει όλη τους την τέχνη. Μήνες νωρίτερα, ο λαϊκός ζωγράφος του χωριού Θεμιστοκλής Χατζηθεοχάρης  φιλοτέχνησε την αίθουσα της «Λέσχης» με υπέροχα σχέδια, τα οποία με το πέρασμα του χρόνου καλύφθηκαν από στρώματα μπογιάς. Στη συνέχεια ο βασιλιάς και η συνοδεία του έφυγε για Καστοριά και πολλοί από το χωριό πήγαν περπατώντας προκειμένου να παρακολουθήσουν την ομιλία του.

Βιβλιογραφία:
Η δικτατορία Μεταξά, νεολαία-ιδεολογία-αισθητική. Ιστορικά, Ελευθεροτυπία 2010.
Οντέτ Βαρών Βασάρ, Η ΕΠΟΝ της Κατοχής. Η ιστορία μιας μοναδικής συνάντησης.
Συνέντευξη, Κώστα Βαϊνά.

Φωτογραφίες: Αρχείο Βαϊτσας Βαϊνά, Σταύρου Σλιμηστινού, ημερολόγιο 2002, Γαμπροί και νύφες από το Βογατσικό, του Συνδέσμου Βογατσιωτών Θες/νίκης «Ο ΑΓΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ».

Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2016

ΒΟΓΑΤΣΙΚΟ- ΜΕΡΕΣ ΚΑΤΑΣΚΗΝΩΣΗΣ

 Προετοιμασία γεύματος στην κατασκήνωση. Από αριστερά:               Ο κύριος Κώστας Τζηκαλάγιας δούλεψε                            
 Κων. Τζηκαλάγιας, Ζωή Βαϊνά, Αναστασία Καραδήμου,                      στις κατασκηνώσεις Βογατσικού ως μάγειρας                 
Αναστασία Καπαχτσή, Χρυσούλα Κανοπούλου.                                     για 20 χρόνια, σιτίζοντας σε κάθε περίοδο                         
                                                                                                                        γύρω στα 320 άτομα.
Οι παιδικές κατασκηνώσεις Βογατσικού ήταν απ’ τις καλύτερες και λειτουργούσαν τα καλοκαίρια για δύο περιόδους, από ένα εικοσαήμερο η κάθε μία. Συνδύαζαν έναν άνετο χώρο, δροσερό κλίμα και ένα όμορφο ορεινό τοπίο με πολλά δέντρα.
«Μπουμ τσίκα μπουμ, μπουμ τσίκα μπουμ, αρά, αρά, αρά. Βίρα και καρέτα μπουμ, μπουμ, μπουμ. Ζήτω η Γ΄ Κοινότης Βορείου Ηπείρου παιδιά».
Μ’ αυτό το σύνθημα ξεκινούσε το εγερτήριό μας κάθε πρωί και με τις ιαχές μας θυμίζαμε περισσότερο άτακτους μικρούς ινδιάνους παρά ευγενικά και καλοαναθρεμμένα παιδιά.
Θυμάμαι ακόμα τα τσίγκινα σερβίτσια και το πρωινό μας με σοκολατούχο γάλα, βούτυρο και μαρμελάδα. Το γεύμα σερβίρονταν στις 12 η ώρα και το απόγευμα είχε ρυζόγαλο ή κρέμα. Τις Κυριακές και τις επίσημες υπήρχε κέικ με σταφίδες ή κοκ. Ήταν τα γλυκά που αντιπαθούσα και όταν θύμωνα τα εκσφενδόνιζα όπου έβρισκα.
Σε κάποιο δέντρο, υπήρχε ένα καμπανάκι. Αυτό ήταν το ξυπνητήρι μας. Πλενόμασταν στους τσιμεντένιους νιπτήρες, αφού βέβαια πρώτα στρώναμε με προσοχή τα κρεβάτια μας. Είχαμε πειθαρχία στρατιωτών. Μία φορά τη βδομάδα ο «αρχηγός» επέβλεπε την καθαριότητα και την τάξη σε κάθε κοιτώνα. Οι δύσκολες ώρες ήταν μετά το μεσημεριανό, που έπρεπε αναγκαστικά να κοιμηθούμε ή τουλάχιστον να καθόμαστε ήσυχα στα κρεβάτια μας.
Οι χώροι της κατασκήνωσης ήταν, η μεγάλη τραπεζαρία, το μαγειρείο, το αναρρωτήριο, το «αρχηγείο» και οι κοιτώνες. Στο πίσω μέρος της τραπεζαρίας υπήρχαν πολλά πεύκα, όπως και στον υπόλοιπο χώρο και μονόζυγα, δίζυγα, κούνιες.
Τις πρωινές ώρες καθόμασταν κάτω απ’ τα δέντρα και λέγαμε ποιήματα, ανέκδοτα, αγγλικά τραγούδια και ακούγαμε τον Δάκη να τραγουδάει από ένα μικρό τρανζίστορ το «μια σου λέξη». 

Παρακολουθούσαμε την πληθωρική μαγείρισσα να καθαρίζει τεράστιες ποσότητες από πατάτες και λαχανικά για το μεσημεριανό γεύμα και περιδιαβαίναμε ξέγνοιαστες,  χτυπώντας τις πλαστικές μας παντόφλες στο τσιμεντένιο δρομάκι. Φτιάχναμε κολιέ από πευκοβελόνες και μετά μας έπιανε αλλεργία. Μέχρι και έναν ολόκληρο γάμο είχαμε καταστρώσει μεταξύ δύο κοριτσιών. Τον ετοιμάζαμε μια βδομάδα, κι όταν η νύφη εμφανίστηκε περιχαρής από το μαγειρείο, κάτω από ένα σύννεφο ρυζιού, ξεπρόβαλε το μπλε αυτοκίνητο του κυρίου επιθεωρητή. Από κει και μετά ακολούθησε ένας πανικός: Να σκουπίζουμε τα ρύζια, να συμμαζέψουμε τα κρεβάτια μας, να κρύψω τις «Μανίνες» και τις «Κατερίνες» από το παράθυρο- σκέτη καταστροφή!
Ο κ. Καραδήμος τις Κυριακές έφερνε σε κουτάκια μαστίχες, καραμέλες και σοκολάτες  που τις αγοράζαμε από το μικρό χαρτζιλίκι που είχαμε απ’ το σπίτι κι όταν τύχαινε να χάσουμε κάνα κατοστάρικο κλαίγαμε με μαύρο δάκρυ
Περνούσαμε καλά, αλλά υπήρχε και μια ομάδα δυσαρεστημένων, οι οποίοι δεν άντεχαν ούτε τρεις μέρες και παρακαλούσαν τις μαμάδες τους να ‘ρθουν να τους πάρουν. Οι πιο δραστήριοι κατάστρωναν σχέδιο απόδρασης. Έτσι λοιπόν μετά το μεσημεριανό φαγητό, κλεφτά, φεύγανε απ’ τον  ‘Αι  Νικόλα και τα χωράφια, κι αφού κάνανε τον κύκλο του χωριού έφταναν στα σπίτια τους.


Σε όλη τη διάρκεια που γράφω αυτές τις γραμμές έχω ένα μόνιμο χαμόγελο. Η κατασκήνωση είναι μια αξέχαστη και χρήσιμη εμπειρία για κάθε παιδί. Και αυτή τη στιγμή νιώθω  όπως τότε, είκοσι χρόνια πριν, τη χαρά, τους φόβους, την περιέργεια, την ανασφάλεια ενός παιδιού οκτώ χρονών.

Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στην εφημερίδα Το Βογατσικό, τεύχος αρ. 91- 92, Ιούνιος- Οκτώβριος 1994.
Οι φωτογραφίες είναι από το ημερολόγιο του Συνδέσμου Βογατσιωτών Θεσ/νίκης "Ο ΑΓΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ", 2011.

Δευτέρα, 30 Μαΐου 2016

"Η Φωτογραφία"- του Νώντα Τσίγκα

Μνήμη του παππού μου Γεωργίου Κ. Σαββαρίκα

(…) Είναι βαρύ και δύσκολο, δε μου φτάνουν οι ζωντανοί
πρώτα γιατί δε μιλούν, κι ύστερα
γιατί πρώτα πρέπει να ρωτήσω τους νεκρούς
για να μπορέσω να προχωρήσω παρακάτω.
 Γιώργος Σεφέρης, Ο Στράτης Θαλασσινός ανάμεσα στους Αγάπανθους.

Κοιτάζω μια φωτογραφία. Οικογενειακή. Πολυκαιρισμένη. Ξεκουράζεται μέσα στην επίχρυση κακοπαθημένη της κορνίζα πάνω στο ξύλινο ερμάρι του τζακιού. Πάντα εκεί την έβλεπα από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου μέσα σ΄ αυτό το σπίτι.
Και τα γυαλιά της γιαγιάς με θαμπά τζάμια αφημένα πάνω στην μικρή Ιερά Σύνοψη. Άχρηστα πια. Αλλά σαν θύμηση των ματιών της αφού έχει εγκαταλείψει από καιρό. Εξακολουθεί όμως ακόμα να μου μιλά από το σκοτεινό της υποβολείο. Να μου ξαναθυμίζει και να ξεδιαλύνει τυχόν ασάφειες στην ταυτοποίηση των προσώπων που εικονίζονται, για τη σχέση τους, για τα μελλούμενα της ζωής τους.
Εξετάζω σχολαστικά τα πρόσωπα. Στις πρώτες ανάσες του εικοστού αιώνα έντεκα χωρικοί της Μακεδονίας ποζάρουν ντυμένοι τα καλά τους. Άνθρωποι παλαιοί σχεδόν αρχαϊκοί. Κι είναι όλοι τους συγγενείς μου, πρόγονοι. Σε τρεις σειρές καθισμένοι, οι γενιές ανάκατες. Οι αρσενικοί τρεις όλοι κι όλοι. Ένας γέροντας αποτελεί το κεντρικό και πιο πληθωρικό άτομο της ομήγυρης. Τέσσερα παιδιά. Τα δυο αγόρια. Το έν΄ απ΄ αυτά είν΄ ο παππούς μου. Εδώ το πολύ τριών χρόνων. Όλοι οι άλλοι που φωτογραφήθηκαν  θηλυκός πληθυσμός: Δυο μικρά κορίτσια  κι έξι γυναίκες. Ο γέροντας, παχύς, αρχοντικός με ντουλαμά, και φαρδύ ζωνάρι .Μουστάκι λευκό πλούσιο. Ίσως είχε βροντερή φωνή. Και ξέρω πως του άρεζε το αψύ ρακί σκέτο. Και το κρασί μπρούσκο. Έχει ευφρόσυνη όψη. Και σαν άφοβος μοιάζει. Φοράει φέσι. Υποχρέωση προφανής των ενηλίκων ανδρών τότε. Υπενθύμιση για τα χρόνια που είναι τραβηγμένη αυτή η φωτογραφία. Στα χέρια του κομπολόγι από μαύρο κεχριμπάρι και γλιστράει στη μέσα μεριά του μηρού του. Ο γέρος πλημμυρισμένος κι από μια αυτοπεποίθηση που καθόλου δεν τη δικαιολόγησαν τα επόμενα χρόνια.
Στα δεξιά του μια γυναίκα. Η σύζυγός του, με καταγωγή απ΄ τα Μπίτολα και δίγλωσση, κρατάει με τις μικρές παλάμες της κλειστές το κοντογούνι. Αφήνει να φανεί μια χρυσοκέντητη πόλκα στο στήθος. Χείλη σφιγμένα κι ένα βλέμμα κοφτερό σα να μετρά διαρκώς γύρω της και σαν να υπολογίζει αποστάσεις. Ήδη το βλέμμα της διασχίζει τόπους, περνά πολιτείες μακρινές και σβήνει τα βήματά της στα βάθη του κόσμου. Κάποια αδιόρατη θλίψη αλλά προπάντων υστεροβουλία σ΄ εκείνο στο σφιγμένο στόμα μπορώ να διακρίνω. Ξαναβλέπω αυτά τ΄ αμήχανα και που δε βολεύονται χέρια. Δυο χέρια που σφίγγουν, συγκρατούν, προσπορίζονται όλο άρνηση. Δεν προσφέρουν και δεν προσφέρονται.
Τα τρία από τα παιδιά κάθονται μπροστά κατάχαμα σε μπλατσιώτικο κιλίμι. Σαν αφημένες κούκλες. Τα πόδια τους δεν φαίνονται από τους αστραγάλους και κάτω. Σκεπάζονται από μια μικρή κουβέρτα που ίσως θα κρύβει τίποτα γουρουνοτσάρουχα, ντροπής πράγματα για φωτογράφηση. Ένα από τα κορίτσια, το μικρότερο, κάθεται στην αγκαλιά της μάνας του. Έχει κουνηθεί και το πρόσωπό του μαζί και το βλέμμα του «φλουτάρουν» τη στιγμή της φωτογράφησης. Το ένα πόδι του-τ΄ αριστερό- προβάλλει με  ωραίο χρωματιστό τερλίκι. Συνεχίζει αυτό το ζωηρό παιδί να παίζει μέσα στα χρόνια που έρχονται ξεπερνώντας  την ακινησία της πόζας. Το πρόσωπο της μάνας, πίσω από την αγκαλιά με το παιδί, σαν αντρογυναίκας. Μια Παναγία των βουνών με βλέμμα σαν κρούσταλο του βράχου.
Πίσω στον τοίχο έχει τραβηχτεί ένα λευκό σεντόνι για τις ανάγκες της φωτογράφησης. Διακρίνω τις αναδιπλώσεις του στο πλάι. Πού να ΄χει βγει άραγε αυτή η φωτογραφία; Ίσως εδώ που βρίσκεται τώρα η μεγάλη σάλα του σπιτιού μας. Πώς όμως μπορεί να ξέρει πια  κανείς;  Τίποτα δεν έχει απομείνει που να θυμίζει…
Η μια εγγονή στην πίσω σειρά- ως δεκαπέντε χρονών- στηρίζει το χέρι της στον δεξιό ώμο του γέροντα. Η άλλη-θα ΄ναι δεκαοχτώ ως είκοσι- ακουμπά στο ζερβό του ώμο. Όρθια στέκει με μέση στολισμένη από πλουμιστό παφτάδι που τελειώνει σε διπλή αργυρένια πόρπη. Φοράει χρυσοκεντημένη πόλκα που θα ΄χει σίγουρα τον δικέφαλο αητό στην πλάτη. Μαζί του θα πετάξει, γι΄ αυτό έχει τώρα μάτια αθώα γεμάτα εγκαρτέρηση κι ελπίδα. Δίχως να βιάζεται στέλνει το μήνυμα της μελλοντικής φυγής. Μια λύτρωση που θα θριάμβευε αλλού. Ο άντρας της άνοιξε κάποτε εργοστάσιο ζυμαρικών-τώρα διάσημη φίρμα-στην Πόλη. Ύστερα ήρθαν στη Σαλονίκη. Έζησαν μέσα στον πλούτο.
Μια γυναίκα που στέκει παράμερα κάπως στα αριστερά και δεν κοιτάζει το φακό μοιάζει αφηρημένη. Φοράει μεταξωτό κουραζέ που στίλβει στις πτυχώσεις του. Η Αλεξάνδρα θα μάθω αργότερα. Προγιαγιά μου. Ο άντρας της ο Κωνσταντίνος λείπει για δουλειές στην Πόλη. Πραματευτής. Κυρατζής που συνεχίζει το έργο του γέροντα όμως με λιγότερη επιτυχία τώρα πια. Θα γυρίσει κάποια φορά και δεν θα ξαναφύγει. Θα μείνει στο χωριό και θ΄ ανοίξει χασαπιό. Πατέρας και γιος, στα ταξίδια τους, ντύνονταν αξιοθρήνητα κουρέλια για να ΄χουν την όψη ζήτουλα και να μην τους χαλνούνε οι ληστές. Γι΄ αυτό στο χωριό τους κόλλησαν το παρατσούκλι  «παρταλάδες».
Τα τρία μωρά που φωτογραφήθηκαν καθισμένα στο πάτωμα φοράνε μεγάλους σταυρούς στο στήθος. Ο πιο μικρός, ξανθός με βλέμμα θυμωμένο, έτοιμος να κλάψει. Ο μεσαίος στη φωτογραφία κι από τα σερνικά ο μεγαλύτερος κοιτάζει με μια θλίψη. Μια παραίτηση υπάρχει στο ανεπαίσθητα γερμένο  του κεφάλι. Ίσως όμως η πικρή του ιστορία που γνωρίζω είναι που με κάνει να τα υποθέτω αυτά. Είναι ο παππούς από το σαράντα-πέντε πεθαμένος στο σανατόριο στη Σαλονίκη και θαμμένος στα μνήματα της Ευαγγελίστριας.
Σ΄ όλα τα πρόσωπα όσο κι αν το προσπάθησα δεν βρήκα ένταση καμιά. Η μοίρα όλων προδιαγεγραμμένη μέσα στη φυσιολογική  ροή της ζωής, κανένας δεν μπορεί να ζητήσει από το ρυάκι να τρέξει λιγότερο ή περισσότερο γάργαρα. Τίποτα δε βιάστηκε. Όλα ήρθαν στον καιρό τους με απαντοχή. Παρεκτός από τα σφιγμένα χέρια της γεροντότερης γυναίκας καμιά ανησυχία δεν διέκρινα ακόμα και για την φωτιά Εκείνη που θέριευε πίσω από το απλωμένο σεντόνι. Το χέρι του τελευταίου Τούρκου που εγκατέλειπε το χωριό την είχε ανάψει κι εκείνη έτρωγε ήδη, σε μελλοντικό χρόνο καίγοντας , την ξύλινη στέγη του παλιού σπιτιού πρώτα. Ο γέροντας κάηκε μόνος κι αβοήθητος. Ανήμπορος  ολότελα να σηκωθεί να τρέξει να φύγει να σωθεί. Αυτός που διάβηκε δρόμους δεν μπορούσε μήτε να σηκωθεί να περπατήσει. Η γυναίκα του κρατώντας σφιχτά στο στήθος ένα μικρό σεντούκι με γρόσια και τούρκικες λίρες θα έφευγε μακριά κατά την Ανατολή. Μόνη της θύμηση μας απόμεινε αυτή η φωτογραφία μ΄ όλες τις προθέσεις της καλά αποτυπωμένες.



 "Η φωτογραφία" είναι ένα από τα εννέα  διηγήματα, από το βιβλίο του Νώντα Τσίγκα με τίτλο: Εποχιακός διανομέας, Πανοπτικόν ,Θεσσαλονίκη, 2013.


"Η Φωτογραφία" κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου της Αγνής Παντ. Σταυρίδου με τίτλο: η ενδυμασία και η υφαντική ΣΤΟ ΒΟΓΑΤΣΙΚΟ, Θεσσαλονίκη 1997

Τρίτη, 26 Απριλίου 2016

ΠΑΣΧΑ ΣΤΟΥ ΧΟΥΡΙΟ


Είχαμι  χιμώνα φαρμάκι, ιφέτους! Είπαμι  τ΄ν   Πασχαλιά μι χιον θα τ΄ν βγάλουμι, αλλά, ιφτιχώς εχι  καμπόσις μέρις τώρα, απ΄έσιαξιν ου κιρός, βγήκιν ου ήλιους. Ιγώ άμα ιδώ καλή μέρα νταλντώ  στ΄ς  δλειες . Η πιθιράμ  ίλιγι « τέτοιις μέρις βάλτις στου τσιουβάλ». Κι μη τ΄ν ιφκιρία απ΄όρχουντι κι οι γιουρτές έβγαλα κι έπλυνα τ΄ς  κουβέρτις μ΄, τίναξα τα σκ’τιά, σκούπσα κι σφουγγάρσα του  ουπάν του σπιτ, έπλυνα τ΄ς κουρτίνις, κι  τ΄ς  διαδρόμ κι τίναξα τ΄ς μουκέτις. Καένας δεν του πατάει τ΄απάν του σπιτ  αλλά χρειάζ ένα πανί.
Ιγώ κάθουμι στ΄ν κουζίναμ΄κι στουν ουντάμ κατ. Ανασκίρσα κι του κατώιμ΄, πέταξα κατ΄ βάζα, κατ΄ σακούλις πλαστικές κι κατ΄ψιλουλόια  π΄όλου λέου θα μη χρειαστούν κι δεν μη χρειάζντι. Τάπιρ μη τα βνα, βάζα, σακούλις… Έχου  τ΄ς  μαλάθις μ΄ στ΄ν σειρά, τα φρούτα μ΄ αραδιασμένα, οι πατάτις στ΄ν σκιά, ου δυόσμους κι ου βασιλικός  κριμασμέν στα καρφιά. Τ΄ς  νταμιτζάνις  κι του χαρανί σ΄ν άκρα  κι τα μπακίρια στου ραφ. Είπα ν΄ασβιστώσου τα ντβάρια αλλά ήταν μούσκα κι τα ΄φσα για τουν Μάη. Έσπειρα κι ψα σπανάκι, καμπόσα καρότα, δυο ρίζις πανσέδις, ήρθι του χιον  μη τα ΄καψι! Κάθι χρόνου τέτοιουν κιρό  ξιπατόνουμι στ΄ς  δλειές  αλλά καρτιρώ τα πιδιάμ΄κι μιτρώ  τ΄ς μέρις.
Του προυί σκόνουμι κατά τ΄ς  ιφτά πίνου τουν καφέμ ΄χουρίς ζάχαρ κι τρώγου  τρία πικραμύγδαλα. (Αστόησα, κι τρία χάπια). Νηστεία, όχι δεν κάμνου, δεν μη  κρατούν τα ποδάρια μ΄. Βαστώ για τ΄ν μεγαλοβδόμαδα μόνον. Ήνιτις άλλις  τ΄ς βλεπς σαράντα μέρις πράσου κι ψουμί, κι μιτά αράδα τα ιγγιφαλικά. Κάμνου τ΄ς  δλειες  ολν τ΄ν μέρα, του μισμέρ θα φάγου καλά, θα ξαπλώσου κι του απόγιμα τηλιόρασ’ κι κατά τ΄ς έντικα θα σφαλίσου του φως.
Τώρα ιγώ του πρόγραμμα για τ΄ν πασχαλιά του ξέρου απ΄όλα τα χρόνια, το΄χου κανοντζμένου. Θα ΄ρθν ου γιος μ΄μη τα πιδιά τ΄κατά τ΄ν Μιγάλ Τιτάρτ. Η νυφαδιά μ΄θα πιασ τ΄ν καρέκλα, είνιτην  κουρασμέν. Η θυγατέρα μ΄ κατά του Μεγάλου Σάββατου. Παρατάει τα πιδιά τ΄ς κι τρεχ στ΄ς καφέδις. Μη τα μκρα αντραλιάζουμι γαιτί τρώγουντι αναμιταξύ τα.
Βάφου τ΄αυγά τ΄ν Πεμπτ μέχρι τ΄ν Παρασκιυή είνιτα τσακσμένα. Άλλου τρώει ψα ασπράδ άλλου τουν κρόκου, τα πιτάχνουν κατά ιδώ κι κατά ικεί , χαραμζμάρις... Δεν μη μεν αυγό για κέρασμα μέρις απ΄ όρχουντι. Μιγάλ Παρασκιυή κάμνου ψα σκουρδάρ για τ΄αντέτ. Έρχουντι τα πιδιά να δουκιμάσν όλου χαρά, παένουν στ΄ς μάνις τα: «μαμά φάγαμε σκορδάρι» (σκουρδουκαΐλα τις αυτές). Τ΄ν Παρασκιυή τα κάμνου κανά λαδιρό ή τίπουτα φασούλια, τα πιδιά τρων τιγαντζμένις πατάτις. Η νύφη μ΄καν δίιτα : «σουπιές με σπανάκι και δεντρολίβανο κι ένα κουταλάκι του γλυκού, λάδι», τ΄ν έγραψιν  ου τρουφουλόγος.
Στ΄ν μαγειρίτσα ιγώ δεν βάνου άντιρα, τα βάνου στα λάχανα. Όταν είνι να τ΄ν σιρβίρου αντραλιάζουμι. Άλλους μη λέει δεν θέλου πλιμόν, άλλους δεν θελ πουλύ ζμι, άλλους τ΄ν προυτιμάει  ασπρ αυγουλέμουνου,(η μπουγατσιώτκια η μαγειρίτσα είνι κόκκιν ιγώ ξέρου, κι νε ρύζια κι νε μαρούλια). Η μπιρόνα η νυφαδιά μ΄ δεν θελ να τ΄ν ιδεί τ΄ν μαγειρίτσα. (Ας φάει του δεντρουλίβανου τ΄ς αυτή). Τα κούτσκα τα βάνου απ΄τα΄απόγιμα κι τρων, σιγά μη πιριμένουμι του Χριστός Ανέστη. Αυτά, κατά  τ΄ς έντικα νυστάζν, παένουμι σ΄ν ικκλησιά οι μ΄σοί. Παίρνου τ΄αυγά σ΄ν τσιάντα κι τα κιριά, ου  Γιανντς μ΄καν κανά τέταρτου να δες τ΄ν γραβάτα, μπιτζάμις πιταμένις, παπούτσια, πιδικόνουμάστι στουν διάδρουμου. Πόρτις ανοίγουν κλείνουν, χπουν οι καμπάνις, τρέχουμι να προυλάβουμι τουν παπά, χωνουμάστι στ΄ αμάξια, καμιά φουρά βρεχ΄κι όλας, ανάφτουμι τ΄ς λαμπάδις, τρέχου, ανάφτου κι ένα κιρί στουν πάππου μ΄ («πούσι έρμι, τουν λέγου»). Ξανά στ΄ αυτουκίνητου, βγάνουμι τα ρούχα να τα βάλουμι στ΄ς  κριμάστρις, τα μκρα πότι γυρνούν μη τα μαλλιά τα καψαλζμένα, πότι μη τα μπόια τα μες στ΄ς σταξιές απ΄ του κιρί.
Τ΄ν μέρα τ΄ν Πασχαλιά σκώνουμι απ΄ τ΄ς νύχτις να μαζέψου τα λάχανα απ΄ τ΄αμπέλ΄, να καθαρίσου τ΄ άντιρα, τα κρουμδούλια, να βράσου του κρέας… Τα χέρια μ΄ γίνουντι ντούγκανους απ΄τα νιρά. Στα λάχανα βάνου κι ψα δυόσμουν, του νουστμίζ… αλλά τι του θες εμ, όπους του βάνω στα πιάτα, έτς του γυρνούν σ΄ν κατσαρόλα. Του βάνου στου ψυγείου, του βγάνω, του ζισταίνου, ουπίς σ΄ν κατσαρόλα. Τι θέλου κι του κάμνου, αφού ξέρου ότι κανένας δεν του τρώει κι πρωτ κι καλύτερ΄ιγώ. Όσον ζούσι ου πάππους μ΄ έψινι κατσίκ΄ κι κουκουρέτς . Τώρα του βάνου στου φούρνου, κι ικεί καλό γένιτι.
Ιιιχ εμ, έκατι χπάει του τηλέφουνου να τρέξου να του σκώσου, τα πιδιά μ΄θα είνι… Έλα εμ Γιανν, τι καντς πιδίμ΄; Να μαμά …κοίταξε , ήθελα να σου πω για φέτος… να μη μας περιμένεις για το Πάσχα… (Ιιιχ φαρμακόθκα τώρα…) Φέτος λέμε να πάμε στην πεθερά μου πρώτα και να ρθούμε την δεύτερη μέρα στο χωριό… Καλά εμ, καλά… γιατί για να σι πω τ΄ν αλήθεια, έλιγα κι γω ιφέτους  να πάνου σ΄ν Κέρκυρα, να ιδώ  απ΄ γκριμνούν στ΄ς στάμνις απ΄ τα μπαλκόνια κι τ΄ς τσακίζν, εμ…
Πόλυ Μπλιάγκα ( Χανιά 1999)