Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2016

ΒΟΓΑΤΣΙΚΟ- ΜΕΡΕΣ ΚΑΤΑΣΚΗΝΩΣΗΣ

 Προετοιμασία γεύματος στην κατασκήνωση. Από αριστερά:               Ο κύριος Κώστας Τζηκαλάγιας δούλεψε                            
 Κων. Τζηκαλάγιας, Ζωή Βαϊνά, Αναστασία Καραδήμου,                      στις κατασκηνώσεις Βογατσικού ως μάγειρας                 
Αναστασία Καπαχτσή, Χρυσούλα Κανοπούλου.                                     για 20 χρόνια, σιτίζοντας σε κάθε περίοδο                         
                                                                                                                        γύρω στα 320 άτομα.
Οι παιδικές κατασκηνώσεις Βογατσικού ήταν απ’ τις καλύτερες και λειτουργούσαν τα καλοκαίρια για δύο περιόδους, από ένα εικοσαήμερο η κάθε μία. Συνδύαζαν έναν άνετο χώρο, δροσερό κλίμα και ένα όμορφο ορεινό τοπίο με πολλά δέντρα.
«Μπουμ τσίκα μπουμ, μπουμ τσίκα μπουμ, αρά, αρά, αρά. Βίρα και καρέτα μπουμ, μπουμ, μπουμ. Ζήτω η Γ΄ Κοινότης Βορείου Ηπείρου παιδιά».
Μ’ αυτό το σύνθημα ξεκινούσε το εγερτήριό μας κάθε πρωί και με τις ιαχές μας θυμίζαμε περισσότερο άτακτους μικρούς ινδιάνους παρά ευγενικά και καλοαναθρεμμένα παιδιά.
Θυμάμαι ακόμα τα τσίγκινα σερβίτσια και το πρωινό μας με σοκολατούχο γάλα, βούτυρο και μαρμελάδα. Το γεύμα σερβίρονταν στις 12 η ώρα και το απόγευμα είχε ρυζόγαλο ή κρέμα. Τις Κυριακές και τις επίσημες υπήρχε κέικ με σταφίδες ή κοκ. Ήταν τα γλυκά που αντιπαθούσα και όταν θύμωνα τα εκσφενδόνιζα όπου έβρισκα.
Σε κάποιο δέντρο, υπήρχε ένα καμπανάκι. Αυτό ήταν το ξυπνητήρι μας. Πλενόμασταν στους τσιμεντένιους νιπτήρες, αφού βέβαια πρώτα στρώναμε με προσοχή τα κρεβάτια μας. Είχαμε πειθαρχία στρατιωτών. Μία φορά τη βδομάδα ο «αρχηγός» επέβλεπε την καθαριότητα και την τάξη σε κάθε κοιτώνα. Οι δύσκολες ώρες ήταν μετά το μεσημεριανό, που έπρεπε αναγκαστικά να κοιμηθούμε ή τουλάχιστον να καθόμαστε ήσυχα στα κρεβάτια μας.
Οι χώροι της κατασκήνωσης ήταν, η μεγάλη τραπεζαρία, το μαγειρείο, το αναρρωτήριο, το «αρχηγείο» και οι κοιτώνες. Στο πίσω μέρος της τραπεζαρίας υπήρχαν πολλά πεύκα, όπως και στον υπόλοιπο χώρο και μονόζυγα, δίζυγα, κούνιες.
Τις πρωινές ώρες καθόμασταν κάτω απ’ τα δέντρα και λέγαμε ποιήματα, ανέκδοτα, αγγλικά τραγούδια και ακούγαμε τον Δάκη να τραγουδάει από ένα μικρό τρανζίστορ το «μια σου λέξη». 

Παρακολουθούσαμε την πληθωρική μαγείρισσα να καθαρίζει τεράστιες ποσότητες από πατάτες και λαχανικά για το μεσημεριανό γεύμα και περιδιαβαίναμε ξέγνοιαστες,  χτυπώντας τις πλαστικές μας παντόφλες στο τσιμεντένιο δρομάκι. Φτιάχναμε κολιέ από πευκοβελόνες και μετά μας έπιανε αλλεργία. Μέχρι και έναν ολόκληρο γάμο είχαμε καταστρώσει μεταξύ δύο κοριτσιών. Τον ετοιμάζαμε μια βδομάδα, κι όταν η νύφη εμφανίστηκε περιχαρής από το μαγειρείο, κάτω από ένα σύννεφο ρυζιού, ξεπρόβαλε το μπλε αυτοκίνητο του κυρίου επιθεωρητή. Από κει και μετά ακολούθησε ένας πανικός: Να σκουπίζουμε τα ρύζια, να συμμαζέψουμε τα κρεβάτια μας, να κρύψω τις «Μανίνες» και τις «Κατερίνες» από το παράθυρο- σκέτη καταστροφή!
Ο κ. Καραδήμος τις Κυριακές έφερνε σε κουτάκια μαστίχες, καραμέλες και σοκολάτες  που τις αγοράζαμε από το μικρό χαρτζιλίκι που είχαμε απ’ το σπίτι κι όταν τύχαινε να χάσουμε κάνα κατοστάρικο κλαίγαμε με μαύρο δάκρυ
Περνούσαμε καλά, αλλά υπήρχε και μια ομάδα δυσαρεστημένων, οι οποίοι δεν άντεχαν ούτε τρεις μέρες και παρακαλούσαν τις μαμάδες τους να ‘ρθουν να τους πάρουν. Οι πιο δραστήριοι κατάστρωναν σχέδιο απόδρασης. Έτσι λοιπόν μετά το μεσημεριανό φαγητό, κλεφτά, φεύγανε απ’ τον  ‘Αι  Νικόλα και τα χωράφια, κι αφού κάνανε τον κύκλο του χωριού έφταναν στα σπίτια τους.


Σε όλη τη διάρκεια που γράφω αυτές τις γραμμές έχω ένα μόνιμο χαμόγελο. Η κατασκήνωση είναι μια αξέχαστη και χρήσιμη εμπειρία για κάθε παιδί. Και αυτή τη στιγμή νιώθω  όπως τότε, είκοσι χρόνια πριν, τη χαρά, τους φόβους, την περιέργεια, την ανασφάλεια ενός παιδιού οκτώ χρονών.

Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στην εφημερίδα Το Βογατσικό, τεύχος αρ. 91- 92, Ιούνιος- Οκτώβριος 1994.
Οι φωτογραφίες είναι από το ημερολόγιο του Συνδέσμου Βογατσιωτών Θεσ/νίκης "Ο ΑΓΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ", 2011.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου